WWW.TASTV.GR

Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΕΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΛΟΦΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

 

 

Ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (σημ. Küçük Ayasofya Camii), στον Πρώτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, στις ακτές του Μαρμαρά, εντός του περιβόλου των τειχών και στα νοτιοδυτικά των εντυπωσιακών υποδομών του κοίλου νότιου άκρου του Ιπποδρόμου, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα μνημεία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου. Ο ναός χτίστηκε από τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565) και τη σύζυγό του Θεοδώρα στο παλάτι του Ορμίσδα, που ήταν η ιδιωτική τους κατοικία, προτού γίνει αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός. Μια εντυπωσιακή αναθηματική επιγραφή, που περιέτρεχε το εσωτερικό γείσο του κυρίως ναού, παραδίδει τα ονόματα των δωρητών. Τα κιονόκρανα επίσης φέρουν τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας· δεν υπάρχουν όμως σταυρόσχημα μονογράμματα, γεγονός που οδηγεί σε μια πρώιμη χρονολόγηση, αν και όχι πρωιμότερη του 527, εφόσον εμφανίζεται και το όνομα της Θεοδώρας. Τα στοιχεία λοιπόν οδηγούν στη χρονολόγηση του μνημείου στην περίοδο 527-533 και, πιθανότατα, στα χρόνια 530-533.

Παρά τη θέση του, ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου δεν μπορεί να θεωρηθεί παλατιανό παρεκκλήσι, εφόσον χτίστηκε για να εξυπηρετήσει τη μονοφυσιτική κοινότητα που στεγάστηκε στο παλάτι του Ορμίσδα, ενώ το αυτοκρατορικό ζεύγος είχε ήδη εγκατασταθεί στο Μέγα Παλάτιο (το 527). Οι μονοφυσίτες, που υποστήριζαν ότι ο Χριστός έχει μόνο μία φύση, θεωρούνταν αιρετικοί από την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διδάσκει ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, μία θεϊκή και μία ανθρώπινη. Εντούτοις, είχαν την εύνοια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, γεγονός που εξηγεί γιατί τους επιτράπηκε να χρησιμοποιήσουν το παλάτι του Ορμίσδα ως καταφύγιο και πώς τους παραχωρήθηκε ένας τέτοιος θαυμάσιος ναός. Η κατάσταση άλλαξε μετά το θάνατο της Θεοδώρας, καθώς ο Ιουστινιανός υποστήριζε την Ορθοδοξία και ανάγκασε την κοινότητα να μετακινηθεί.

2. Ο γειτονικός ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου

Ο ναός μοιραζόταν, κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο, το νάρθηκα και το αίθριο με το ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Ο τελευταίος αποτελούσε το παλατιανό παρεκκλήσι του ιουστινιάνειου ανακτόρου του Ορμίσδα· πιθανότατα βρισκόταν στα βόρεια του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, καθώς οι ανασκαφές κατά μήκος της νότιας πρόσοψης, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της αναστήλωσης του κτηρίου το 2004, δεν έφεραν στο φως λείψανα κάποιας δομής που θα μπορούσε να ταυτιστεί με το ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Για την αφιέρωση του ναού που βρισκόταν μέσα στην ιδιωτική κατοικία του Ιουστινιανού στους αγίους Πέτρο και Παύλο προφανώς αφορμή στάθηκε η συμφιλίωση του Ιουστίνου Α΄, θείου του Ιουστινιανού, με τον πάπα, που έθεσε τέλος στο σχίσμα του Ακάκιου. Επιπλέον, το 519, ο Ιουστινιανός φαίνεται ότι ζήτησε από τον πάπα Ορμίσδα την αποστολή λειψάνων των δύο αποστόλων και του αγίου Λαυρεντίου για τη νέα του παλατιανή εκκλησία. Αντίθετα με τον ελαφρώς μεταγενέστερο ναό των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, η εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου χτίστηκε στον παραδοσιακό τύπο της βασιλικής, με εσωτερικές κιονοστοιχίες που ορίζουν ευθύγραμμα κλίτη, και μοιάζει με πρώιμο βυζαντινό ναό της Κωνσταντινούπολης (Θεοτόκος των Χαλκοπρατείων, Άγιος Ιωάννης του Στουδίου).

Ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου εγκαταλείφθηκε πιθανώς αμέσως μετά τον 6ο αιώνα, ενώ οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος υπήρξαν το κέντρο ομώνυμης μονής μέχρι την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο. Από το "Περί βασιλείου τάξεως" πληροφορούμαστε ότι ένας διάδρομος συνέδεε το ναό με το Μέγα Παλάτιο, έτσι ώστε οι αυτοκράτορες να έχουν άμεση πρόσβαση από την κατοικία τους στο υπερώο του ναού.

3. Αρχιτεκτονική του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου

Η κάτοψη του ναού των Αγίων Σέργιου και Βάκχου είναι εξωτερικά ορθογώνια και εσωτερικά οκταγωνική, ενώ ο ναός καλύπτεται με μεγάλο τρούλο. Ως προς την αρχιτεκτονική του, θυμίζει τρεις άλλους ναούς που επίσης κατασκευάστηκαν την Ιουστινιάνεια περίοδο: τον Άγιο Βιτάλιο στη Ραβέννα, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έβδομον (το σημερινό Bakirköy, περιοχή της Κωνσταντινούπολης) και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ του Ανάπλου (στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, το σημερινό Arnavutköy). Ο τρουλαίος οκταγωνικός σηκός περιβάλλεται στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά από συνεχές διώροφο περίστωο. Ο τρούλος, ο οποίος αποτελείται από δεκαέξι πλευρές με οκτώ παράθυρα, βαίνει σε οκτώ ευρέα τόξα που στηρίζονται σε οκτώ ογκώδεις πεσσούς, οι οποίοι σχηματίζουν ένα οκτάγωνο. Τα διαστήματα μεταξύ των πεσσών καταλαμβάνονται από είκοσι οκτώ μαρμάρινους κίονες, από δύο σε κάθε «πλευρά» του οκταγώνου –με εξαίρεση το χώρο του ιερού–, διατεταγμένους στους δύο ορόφους. Οι κίονες του υπερώου ενώνονται με μικρές αψίδες, ενώ αυτοί του ισογείου με επιστύλιο. Οι κίονες στις τέσσερις γωνίες του ναού είναι έτσι τοποθετημένοι ώστε να διαμορφώνουν τις ημικυκλικές κόγχες που στέφονται με ημιθόλια στο επίπεδο των υπερώων. Στα δυτικά, το περίστωο συναντά το διώροφο νάρθηκα, που χωρίζεται μόνο από μια σειρά κιόνων και πεσσών. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, ο νάρθηκας είναι μεταγενέστερη προσθήκη (πιθανότατα όμως χρονολογείται κι αυτός στον 6ο αιώνα, κρίνοντας από την αμιγή οπτοπλινθοδομή).

Αρχικά υπήρχαν τριπλά τοξωτά παράθυρα για το φωτισμό του περιστώου και του υπερώου. Μόνο το χαμηλότερο τριπλό παράθυρο στη μέση του νότιου τοίχου του ναού σώζεται ακόμα σχεδόν άθικτο. Οι κίονές του δείχνουν ότι κάποτε τα παράθυρα είχαν προσαρτημένα πλαίσια. Οι κίονες και τα κιονόκρανα του νότιου ανώτερου παραθύρου αντικαταστάθηκαν στη Βυζαντινή περίοδο, αλλά η αρχική όψη εκείνου του τμήματος του υπερώου δεν έχει αλλάξει πολύ από τον 6ο αιώνα (όμως, έχει υποστεί σοβαρές αλλαγές η εξωτερική όψη της νότιας πλευράς). Από την άλλη, τα τριπλά παράθυρα στο βόρειο τοίχο έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Το ανώτερο βόρειο τριπλό παράθυρο δεν είναι πλέον ορατό από το εσωτερικό της εκκλησίας αλλά τα κατάλοιπά του διακρίνονται ακόμα στην εξωτερική όψη. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί μέχρι πρόσφατα για το χαμηλότερο βόρειο τριπλό παράθυρο. Εντούτοις, οι εργασίες αναστήλωσης του κτηρίου, που ολοκληρώθηκαν το 2006, αποκάλυψαν τμήματα κιόνων που ανήκουν σε αυτό. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω εργασιών αναστήλωσης, ένα μαρμάρινο δάπεδο της Βυζαντινής περιόδου βρέθηκε στη νοτιοανατολική γωνία του ναού. Αποφασίστηκε να είναι ορατό για τους επισκέπτες και καλύπτεται μόνο με γυαλί.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η νότια πλευρά της εκκλησίας υπέστη ριζικές αλλαγές στη Βυζαντινή περίοδο. Η νότια πλευρά του κτηρίου αποτελείται από δύο παράλληλους τοίχους που συνδέονται μεταξύ τους. Ο εσωτερικός τοίχος ανήκει στον αρχικό ιουστινιάνειο ναό. Ο εξωτερικός τοίχος, μέρος του οποίου είναι οι ογκώδεις αντηρίδες που συνδέουν τους δύο νότιους τοίχους, χτίστηκε αργότερα από το κύριο σώμα του ναού, ενδεχομένως μεταξύ του 7ου και του 10ου αιώνα, κρίνοντας από την τοιχοδομία (από εναλλασσόμενες ζώνες οπτοπλίνθων και λίθων, ενώ ο ιουστινιάνειος ναός έχει καθαρή οπτοπλινθοδομή). Η πρόσοψη διαρθρώνεται με τρεις ευρείες πλίνθινες αψίδες στο επίπεδο του ισογείου (αρχικά αποτελούσαν τμήμα μιας τοξοστοιχίας που σήμερα είναι κλεισμένη), πάνω από τις οποίες υψώνονται κεντροθετημένες μικρότερες αψίδες στο επίπεδο των υπερώων (από αυτές σώζονται μόνο αποσπασματικά κατάλοιπα). Ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου επισκευάστηκε από το Βασίλειο Α΄ (867-886) (πιθανότατα μετά το σεισμό του 869) και μπορεί να υποτεθεί ότι ο νότιος εξωτερικός τοίχος χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του.

4. Αποτίμηση

Ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της εφευρετικότητας που επιδείκνυαν οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί την εποχή του Ιουστινιανού Α΄. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός μπορεί να συγκριθεί με εκείνον της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ως προς το ότι εφευρίσκει μια παρόμοια μέθοδο μετάβασης από το εξωτερικό τετράγωνο κέλυφος στον τρουλαίο πυρήνα, ο οποίος είναι εδώ οκταγωνικός. Οι όγκοι διαλύονται ο ένας μέσα στον άλλο, καθώς ο ο κεντρικός χώρος χάνει τα σαφή του όρια και ανοίγεται σε κόγχες, και από τις κόγχες στο περιβάλλον ευρύτερο κέλυφος. Η εκτέλεση του εξαιρετικά περίπλοκου σχεδιασμού της εκκλησίας είναι μάλλον άνιση, πιθανότατα λόγω των εμπειρικών περιορισμών κατά την περίοδο αυτή· έτσι, το φαινομενικά κανονικό οκτάγωνο έχει στην πραγματικότητα διαφορετικού μήκους πλευρές, τα τόξα είναι μάλλον αδέξια και οι αναλογίες κάπως βαριές, ενώ οι ανωμαλίες του εδάφους προκάλεσαν επιπλέον δυσχέρειες στην εκτέλεση του φιλόδοξου σχεδίου. Η γενική εντύπωση όμως είναι αυτή ενός εκλεπτυσμένου δείγματος των εξελίξεων στην αρχιτεκτονική της περιόδου, με τον ευφάνταστο τρόπο οργάνωσης των χώρων και του φωτισμού. Ο εξαιρετικός γλυπτός διάκοσμος, με τις δυναμικές μορφές και τις έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, αποτέλεσμα της ευρείας χρήσης τρυπάνου, οπωσδήποτε συντελούν στη γενική εντύπωση. Τα στοιχεία αυτά απαντούν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα στην ιουστινιάνεια Μεγάλη Εκκλησία, την Αγία Σοφία, παρά τις πολλές διαφορές σχεδιασμού και αρχιτεκτονικών λύσεων μεταξύ των δύο μνημείων. Ο Άγιος Βιτάλιος στη Ραβέννα αποτελεί άλλη μια παραλλαγή, κάπως απλούστερη αλλά εφαρμοσμένη με μεγαλύτερη δεξιοτεχνία, του προσεκτικού σχεδιασμού που διαπιστώνεται στους Αγίους Σέργιο και Βάκχο. Τέτοια αυτοκρατορικά καθιδρύματα «αντιπροσωπεύουν μιαν αρχιτεκτονική που αναπτύσσεται για να ικανοποιήσει το απαιτητικό γούστο της ελίτ του 6ου αιώνα».
(Πηγή: Εγκυκλοπαιδεία Μείζονος Ελληνισμού)

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments