WWW.TASTV.GR

ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΓΑΤΣΟΥΛΗ ΑΠΟ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΑΣ

ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗΜΑΤΑ
ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΣΛΟΜΠΟΝΤΑΝ


Αύγουστος 1906

Η Μακεδονία βρίσκεται υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρίσκεται σε πτώση. Στον οικισμό των Λύκων(παλαιό Βαλκογιάνοβο) τότε παρ’όλες τις δυσκολίες και τα βάσανα της εποχής γίνεται γάμος. Το γλέντι άναψε από νωρίς το απόγευμα ενός Σαββάτου. Οι νέοι και οι νέες του χωριού χόρευαν με την ψυχή τους. Οι καλεσμένοι περνούσαν όμορφα δίνοντας ευχές σε ανύπαντρους και αρραβωνιασμένους.
Και ενώ όλα κυλούσαν υπέροχα εμφανίζονται από το πουθενά πέντε Βούλγαροι Κομιτατζήδες με αρχηγό κάποιον Σλόμπονταν ατημέλητοι, βλοσυροί, αξύριστοι, που με καχύποπτες ματιές αριστερά και δεξιά ζήτησαν να φάνε και να πιούνε. Παρότι ακάλεστοι και ανεπιθύμητοί για λόγους φιλοξενίας αλλά και φόβου μην χαλάσουνε τον γάμο τους έστρωσαν τραπέζι.
Γίδα βραστή με μπόλικο κρασί και ψωμί και ακολούθησε κολοκυθόπιτα. Αφού ήπιανε και έφαγαν αρκετά ηρέμησαν τα άγρια βλέμματα τους κοιτάζοντας πλέον μόνο αυτούς που χόρευαν.
Πολλοί από τους καλεσμένους κατάλαβαν ότι δεν ήρθαν για καλό. Δόθηκε εντολή  στον κόσμο να είναι προσεκτικοί μαζί τους και ενώ σιγά σιγά ήρθε πάλι το κέφι και άρχισε το γλέντι όλα φαίνονταν ότι θα πάνε καλά. Πρώτος σέρνει το χορό ο Γιώργης και πηδούσε τόσο ψηλά στη πουσιντνίτσα(τοπικός χορός) που το κεφάλι του ακουμπούσε στα μισογινομένα τσαμπιά σταφυλιών της γέρικης κληματαριάς και έπεφταν οι ρώγες κάτω. Αυτό διασκέδαζε πιο πολύ τον κόσμο και οι κοπέλες ξεκαρδίζονταν στα γέλια, ενώ ο παππούς γκρίνιαζε ότι δεν θα μείνει τσαμπί για τσαμπί ώστε να φτιάξει ρακία(τσίπουρο).
Ξαφνικά και ενώ όλα πήγαιναν καλά σηκώνετε ο αρχηγός των Κομιτατζήδων και ζητάει επιτακτικά την νύφη να χορέψει μαζί του καζάτσκα(ρωσικός χορός που χορεύεται και στα Βαλκάνια).
Η όμορφη κοπέλα τρομαγμένη κρύβεται πίσω από τον εξάδελφο της τον Γιώργη. Τότε ένας Κομιτατζής την αρπάζει από το χέρι τραβώντας την μπροστά στον Σλόμπονταν. Όμως ο Γιώργης με δυο γροθιές τον ξαπλώνει κάτω με τα μούτρα του στο χώμα. Ο Σλόμπονταν κατακόκκινος από τον θυμό ετοιμάζεται να επιτεθεί στον Γιώργη, αλλά μια κλοτσιά στο στήθος του κόβει την ανάσα και τον διπλώνει στα δυο.
Οι άλλοι τρεις Κομιτατζήδες μέσα στη θολούρα τους από το πολύ κρασί που ήπιανε ψάχνανε τα όπλα τους. Την στιγμή εκείνη ακούγονται δυο πυροβολισμοί στον αέρα και παγώνουν όλοι.Ο πατέρας της νύφης με το όπλο στο χέρι φωνάζει πως δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να χαλάσει τον γάμο της κόρης του. Τα χρειάστηκαν οι Κομιταζτήδες. Δεν θα μπορούσαν όμως να ανεχτούν ότι της έφαγαν από ένα εικοσάχρονο παιδαρέλι.
Κοιτάζοντας άγρια τον Γιώργη ο Σλόμπονταν τον προκαλεί σε πάλη αύριο μετά την στέψη στη θέση ΓκουλέμιΛιβάντι ( Μεγάλα Λιβάδια). Χωρίς πολλά λόγια ο νέος δέχεται να χτυπηθούνε άμεσα και παλληκαρήσια.
Το νέο έγινε γρήγορα γνωστό στα γύρω χωριά αλλά και στα Βοδενά (Σημερινή Έδεσσα).
Την άλλη μέρα ήρθε ο γαμπρός από το Βλάντονο (Άγρας) με τον κουμπάρο και τα μπρατίμια του. Η στέψη έγινε γρήγορα. Στο μυαλό τους είχανε όλοι τον Γιώργη και κάποιοι την ώρα που πηγαίνανε στην εκκλησία φωνάζανε με λόγια συμπαράστασης στο παλληκάρι τους:
«ΝταϊνέμαουττούκαΜπουγκάριτε». Να εξαφανιστούν από εδώ οι Βούλγαροι φώναζαν πολλοί κάτοικοι και φίλοι του χωριού. Είχαν απαυδήσει από αυτούς τους άτιμους. Οι Βούλγαροι και κάποιοι φίλοι τους έφυγαν βρίζοντας και απειλώντας.
Και πράγματι την καθορισμένη ώρα στα Μεγάλα Λιβάδια βρέθηκε ο Γιώργης με τους φίλους του. Ο Σλόμπονταν ήταν εκεί με την ομάδα του και περίμεναν διότι είχε χάσει τον ύπνο του.
Ήρθε μια παρέας έξι άτομα από το Πότσεπ (Μαργαρίτα). Ο γαμπρός με άλλα πέντε άτομα από τον Άγρα συμπαραστάτες πλέον στο ξάδερφο και πολλοί κάτοικοι του χωριού όλοι με αγωνία.
Το παρόν έδωσε και ο περιβόητός Κουλεμάν με τους άντρες του. Αυτός ήτανε ο φόβος και ο τρόμος σε όλα τα χωριά των Βοδενών αλλά και όλου του Καϊμακτσαλάν.
Η πάλη άρχισε με τον Βούλγαρο να επιτίθεται ορμητικά. Ο Γιώργης όμως με κλοτσιές και γροθιές τον ξαπλώνει κάτω ξανά και ξανά. Και ενώ φαινότανε ότι δεν θα σηκωθεί από το έδαφος, ξαφνικά με μαχαίρι στο χέρι σηκώνεται και ορμά πισώπλατα να χτυπήσει τον νέο.
Μια κραυγή από το στόμα του γαμπρού κάνει τον Γιώργη να γυρίσει και πιάνει το μαχαίρι με το αριστερό του χέρι. Ενώ το κρατά έτσι με νέα χτυπήματα ρίχνει αναίσθητα τον ύπουλο Βούλγαρο μέσα στον διπλανό βούρκο. Το κράτημα του μαχαιριού στοίχισε δυόμισι δάχτυλα του Γιώργη αλλά απέτρεψε την μαχαιριά.
Τα κομμένα δάχτυλα τα πήρε ο Ίτσκος και προσπάθησε να τα κολλήσει στην παλάμη του Γιώργη που έτρεχε αίμα. Από τότε του έμεινε το παρατσούκλι «γιατρός» και του άρεσε όμως.
Ο Κουλιμάν βλέποντας όλα αυτά φτύνει υποτιμητικά προς τον Βούλγαρο που ήταν αναίσθητος μέσα στις λάσπες. Έπειτα γυρίζει προς τον Γιώργη του χαμογελά και τον χαιρετά με σεβασμό μετά κάνει ένα σάλτο στο άλογο του και φεύγει προς τα δυτικά ακολουθούμενος από τους άντρες του. Οι Κομιτατζήδες με κατεβασμένα τα κεφάλια μαζεύουνε τον αρχηγό τους και χάνονται προς άγνωστη κατεύθυνση.
Μετά από αυτό το γεγονός το χωριό δεν βρήκε ησυχία. Οι Βούλγαροι είχαν βάλει σκοπό να το καταστρέψουν. Ο παπά Χρήστος όμως με καταγωγή από το Ρόντιβο (Κορυφή) είχε οργανώσει καλά τα παλληκάρια του χωριού και η άμυνα ήταν αποτελεσματικοί έναντι των ύπουλών επιθετικών ενεργειών των Βουλγάρων.
Η ειρωνεία είναι ότι αυτός ο εξαίρετος ποιμένας βρέθηκε κατακρεουργημένος στον τόπο της μονομαχίας από τσεκούρια όταν πήγαινε στο χωριό του. Το ίδιο και το γαϊδουράκι του και αυτό νεκρό από τσεκουριές.
Μετά τον θάνατο του παπά δύο εξαρχικές οικογένειες του χωριού βρίσκοντας την ευκαιρία έφεραν εξαρχικό παπά. Όταν πήγε να κάνει λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, έπεσε πολύ ξύλο. Άρχισε θα λέγαμε ένας κρυφός εμφύλιος μεταξύ των χωρικών.
Τον επόμενο χρόνο 1907 στις 27 Ιουνίου συναντήθηκαν στην θέση μεταξύ Μεγάλων Λιβαδιών και Μικρών Λιβαδιών η οπλισμένη ομάδα του Σλόμπονταν με ομάδα οπλισμένων χωρικών που είχε πρωτοπαλίκαρο τον Γιώργη. Αυτή τη φορά μίλησαν τα όπλα. Έπεσαν τέσσερις Κομιτατζήδες νεκροί και ο Σλόμπονταν βαριά τραυματισμένος. Από τότε ησύχασε το χωριό αλλά όχι εντελώς γιατί άρχισαν άλλα συμβάντα και γεγονότα.
Το θέμα των δυο εξαρχικών οικογενειών λύθηκε με την συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (Ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας).
Την ημέρα που έφευγαν οι εξαρχικές οικογένειες η πανέμορφη κόρη της μιας οικογενείας την κοπάνησε για να συναντήσει τον αγαπημένο της. Παντρεύτηκε σε διπλανό χωριό και έκανε υπέροχη οικογένεια. Τα εγγόνια της σήμερα είναι επιστήμονες προσφέροντας της υπηρεσίες τους στον ιατρικό και νομικό κομό.
Εντωμεταξύ προ των Βαλκανικών Πολέμων ήρθε το ιστορικό Χουριέτ (Ελευθερία). Αυτό έφερε κάποιον εφησυχασμό στην παραπέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όμως δεν έφερε την πολυπόθητη ειρήνη απεναντίας ήρθανε πόλεμοι. Δεν ησύχασε ποτέ ο κόσμος και ο τόπος της Μακεδονίας. Παλληκάρια χάνονταν σε μάχες και δεν επέστρεφαν ποτέ. Σε πόλεις και χωριά δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε πληγές από δυσάρεστα γεγονότα και συμβάντα.
Βαλκανικοί Πόλεμοι, Ά Παγκόσμιος Πόλεμος, προσφυγιές και φτώχεια.
Κάτι πήγε να γίνει και να ησυχάσει η ανθρωπότητα την δεκαετία του 30’ αλλά δυο ηγέτες της πολιτισμένης Ευρώπης: Χίτλερ και Μουσολίνι ξεκινάνε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η δεκαετία του 40΄ ήταν η απόλυτη καταστροφή για την Ελλάδα.
Τρεις κατοχικές δυνάμεις των Γερμανών, των Ιταλών και των Βουλγάρων πάτησαν το πόδι τους στην πατρίδα μας και με την μπότα τους βαριά ο κόσμος άρχισε πάλι να υποφέρει και να αγκομαχά.
Ξανά οι Βούλγαροι στον τόπο μας την Μακεδονία έφεραν καινούρια δεινά και βάσανα.
ΥΠΕΡΗΦΑΝΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΣΑ ΚΑΙ ΣΛΟΜΠΟΝΤΑΝ
Και ενώ η πατρίδα μας υπόκειται σε κατοχή και υποφέρει το καλοκαίρι του 1944 εμφανίζονται στο χωριό των Λύκων ένας Βούλγαρος λοχίας με περίεργη στολή μαζί με δυο Οχρανίτες (Αστυνομική οργάνωση των Βουλγάρων). Ο Βούλγαρος με το όνομα Σλόμπονταν άρχισε να ρωτάει που είναι το σπίτι του Γιώργη.
Οι άντρες του χωριού εκείνες τις ώρες βρίσκονταν στα χωράφια και τα κοπάδια του χωριού κάνοντας διάφορες εργασίες.
Αυτοί οι τρεις αφού τα ήπιανε στο μικρό καφενείο έφυγαν χωρίς να πληρώσουν και βάδιζαν βρίζοντας και απειλώντας προς το σπίτι του Γιώργη. Ο Βούλγαρος φώναζε πως είναι απόγονος του Κομιτατζή Σλόμπονταν και ήρθε να πάρει εκδίκηση.
Μάζεψε βέργες και ξύλα θέλοντας να βάλει φωτιά στο κατώι του σπιτιού και από εκεί να το κάψει ολόκληρο.
Η Κατερίνα η γυναίκα του Γιώργη μια πανέξυπνη επαρχιώτισσα κατάλαβε ότι έχει να κάνει με αλήτες κατσαπλιάδες. Τους μίλησε με μαεστρία και τους έταξε από μια χρυσή λίρα.
Εντωμεταξύ έστειλε από την πίσω πόρτα την μεγάλη κόρης της να ειδοποιήσει τον άντρα της για το μεγάλο κακό που πάει να γίνει. Ο Βούλγαρος κάποια στιγμή της λέει: «Γιατί δεν γίνεστε Βούλγαροι αφού οι γλώσσες μας μοιάζουνε;». Άλλο που δεν περίμενε η παμπόνηρη Κατερίνα απαντώντας: «Αν θέλετε να μάθετε ελάτε μαζί μου να σας δείξω». Τους οδηγεί στην κεντρική βρύση του χωριού κάτω από το γέρικο πλατάνι. Να γιατί.
ΣΕ ΕΝΤΟΙΧΙΣΜΕΝΗ ΜΑΡΜΑΡΙΝΗ ΠΛΑΚΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΕΠΙΓΡΑΦΗ
«Η ΒΡΥΣΙΣ ΑΥΤΗ ΕΙΣΗΧΘΗ ΕΝ ΤΩ ΧΩΡΙΩ
ΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΡΑΜΤΖΑ ΤΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΠΡΟΣ ΑΝΑΠΑΥΣΙΝ ΤΩΝ ΔΙΨΩΝΤΩΝ ΠΡΟΣ ΕΥΚΟΛΙΑΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗΝ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΕΠΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ 17- ΜΑΡΤΙΟΥ 1878»

Όπως βλέπεις είναι γραμμένα στα ελληνικά όχι στα βουλγάρικα του λέει η Κατερίνα. Τώρα όμως μιλάτε σλάβικα απαντά ο βούλγαρος.

Πατώντας γερά στα πόδια της η υπερήφανη Μακεδόνισσα απαντά με ψηλά το κεφάλι οι Αμερικανοί μιλάνε αγγλικά αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και Άγγλοι. Οι Βούλγαροι μπορεί να είναι Μακεδόνες αλλά οι Μακεδόνες ποτέ Βούλγαροι. Είμαστε παλαιότερος λαός σε αυτό τον τόπο από εσάς.
Ο πατέρας της Κατερίνας είχε κάνει πολλά χρόνια στην Αμερική δούλεψε στον σιδηρόδρομο που οδηγούσε στη δύση. Έλαβε μέρος και στην εξέγερση του Κολοράντο (1914). Είχε διδάξει καλά στα παιδιά του τι σημαίνει ατομική ελευθερία, ατομική ιδιοκτησία και προ πάντων ελευθερία του λόγου.
Ο Βούλγαρος κατάλαβε ότι δεν έχει να κάνει με μια οποιαδήποτε χωριάτισσα και θυμωμένος ορμάει να χτυπήσει την γυναίκα. Αλλά μπαίνει μπροστά ένας Οχρανίτης και τον σταματάει.
Εντωμεταξύ γέροι, γριές γυναίκες και παιδιά που είχανε μαζευτεί άρχισαν να τους διώχνουν φωνάζοντας: Μπιγκάϊτεμαγκαρίινα (Φύγετε γαϊδούρια). Άρχισαν και οι πρώτες πέτρες να εκσφενδονίζονται από τα χέρια των παιδιών. Μόλις κατάλαβαν ότι τα πράγματα δυσκόλεψαν και οι γυναίκες ήταν έτοιμες να ορμίσουν πάνω τους αυτοί άρχισαν να υποχωρούν.
Αφού άρπαξαν ένα κατσίκι που ήτανε δεμένο σε κάποια αυλή κατηφόρισαν προς την Έδεσσα.
Δεν πέρασε πολύ ώρα έφτασε ο Γιώργης οπλισμένος με τον μεγάλο του γιό και τον αδερφό του τον Νάση. Άκουσε τα συμβάντα και οργίστηκε τόσο που κατηφόρισε και αυτός στην Έδεσσα για να τους προλάβει. Το κατάφερε αυτό ο γιός του ο Ντίνης με τα μπρατίμια του. Έτρεξαν και πρόλαβαν τους τρεις πλιατσικολόγους λίγο έξω από την Έδεσσα κοντά στη θέση «Μαύρη Πέτρα».
Είχαν δέσει το κατσίκι και λούφαξαν στη σκιά μιας γέρικης βελανιδιάς.
Τους αιφνιδίασαν και τους σάπισαν στο ξύλο και αφού έκρυψαν τα όπλα τους μέσα σε κέδρα πήρανε το κατσίκι και γύρισαν στο χωριό.
Μετά δύο ημέρες εμφανίζονται στο χωριό Οχρανίτες, Παοτζήδες (συνεργάτες των Γερμανών) και Γερμανοί με κάποιον αξιωματικό. Όλοι μαζί περίπου δύο διμοιρίες αφού έβαλαν σκοπιές στον περιβάλλοντα χώρο του χωριού δίνουν εντολή να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι στην πλατεία.
Ζήτησαν να φέρουν ξύλα και βέργες. Κατόπιν άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Τι την ήθελαν μέσα στο καλοκαίρι σκέφτονταν οι χωρικοί. Αυτό τους τρόμαζε περισσότερο. «Θα μας ψήσουν, θα μας φάνε» έλεγαν μεταξύ σοβαρού και αστείου. Αυτοί όμως πιο πολύ χάζευαν τις όμορφες χωριατοπούλες μαγεμένοι. Ωστόσο η διαταγή του Γερμανού αξιωματικού ήταν επιτακτική. Να παρουσιαστεί ο Γιώργης μπροστά του.
Τότε ξεπροβάλουν τρεις άντρες δίμετροι και ίσιοι σαν κυπαρίσσια παρότι πλησίαζαν τα εξήντα τους χρόνια. Σκαμμένα πρόσωπα από τις δουλείες στον ύπαιθρο με βλέμματα σπινθηροβόλα. Ο Γιώργης πιο ψηλός και πιο ευθυτενής κάνει ένα βήμα μπροστά και παρουσιάζεται στον γερμανικό αξιωματικό. Στη θοριά και την λεβεντιά του Γιώργη μένει εντυπωσιασμένος.
Το θάρρος η σταθερότητα και η σοβαρότητα της φωνής, αλλά και οι απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που του έγιναν, εντυπωσίασαν ακόμα περισσότερο τον Γερμανό αξιωματικό. Παρότι Οχρανίτης μεταφραστής πήγε να τα παραφράσει. Με νέα διαταγή δίνει εντολή να αποχωρήσουν από τον οικισμό χωρίς να πειράξουν τίποτα και κανέναν.
Το χωριό σώθηκε και πάλι.
Εντωμεταξύ ένα σώμα ανταρτών στο οποίο συμμετείχε και η δασκάλα με το όνομα «Μίρκα» είχε περικυκλώσει το χωριό σε τόξο και περίμεναν να επιτεθούν την κατάλληλη στιγμή. Δύο σαΐνια δεκάχρονα μαθητές της Μίρκας είχαν ξεγλιστρήσει από τις σκοπιές και ειδοποίησαν την δασκάλα τους γι’ αυτά που συνέβαιναν στο χωριό.  
Όμως η αποχώρηση των Γερμανών τους ξάφνιασε όλους. Σίγουρα θα γινόταν μεγάλη μάχη και θα ακολουθούσε μακελειό.
Η όμορφη δασκάλα είχε κάνει υπηρεσία δύο χρόνια στο χωριό (1942-1943). Ο πατριωτισμός της και η δυναμικότητα της ήταν αυτό που έκανε τους χωρικούς να την συμπαθήσουν γρήγορα.
Στο σχολείο δεν άφησε κανένα παιδί νηστικό τα χρόνια της κατοχής. Πάντα είχε στο κελάρι του σχολείου τρόφιμα για τους μαθητές της. Ήτανε φλογερή πατριώτισσα τότε. Σε κάθε ομιλία της τάιζε με «ακαθαρσίες» τους Γερμανούς και έστελνε τους Οχρανίτες στην Βουλγαρία να γίνουνε χοιροβοσκοί. Μόνο γι’αυτό τους θεωρούσε ικανούς.
Η Μίρκα έκοψε την καλημέρα στον Γιώργη γιατί θεώρησε ότι ήταν φιλογερμανός κάτι που στεναχωρούσε πολύ τον Γιώργη. Δεν εξηγείτε αλλιώς πως έφυγαν με εντολή του Γερμανού αξιωματικού χωρίς καμία συμπλοκή. Η πατριώτισσα αυτή αργότερα δυστυχώς ερωτεύτηκε τον λάθος άνθρωπο και η μοίρα της ήτανε δραματική όπως και το τέλος της.
Μετά από λίγες ημέρες ένας χωρικός με δύο γαϊδουράκια φορτωμένα με ξύλα περνούσε από την ξύλινη γέφυρα στο Κιουπρί. Από το βάρος έσπασαν οι σάπιες σανίδες και βρέθηκαν μέσα στο ποτάμι. Άδικα ο καημένος χωρικός με το ΤσουξΜαγκάρε (γαϊδούρι) και με τις προτροπές του προσπαθούσε να τα βγάλει από το νερό. Το συμβάν το είδαν τρείς Εδεσσαίοι και αντί να βοηθήσουν έσκασαν στα γέλια.
Το όλο συμβάν το είδε και ένας Γερμανός που περνούσε και έδωσε εντολή να πάνε γρήγορα να βοηθήσουν τον άτυχο χωρικό και τα ζώα του. Σε λίγο ήρθε ο λοχίας Φρίτς. Πολύ γνωστός στους Εδεσσαίους της εποχής και προ πάντων στους θαμώνες των καφενείων. Αφού πήρε τις ταυτότητες των τριών αγενών Εδεσσαίων τους έστειλε για αγγαρεία στους Καταρράκτες.
Αυτός ο Γερμανός αξιωματικός ήταν ο ίδιος που συνάντησε τον Γιώργη στους Λύκους. Πυροβολήθηκε θανάσιμα στο μπαλκόνι του γραφείου του από αντάρτες. Παρότι έδωσε εντολή να μην προβούν σε εκδίκηση, οι Γερμανοί έκαψαν το Βαρόσι της Έδεσσας.
Πάνω από 250 σπίτια έγιναν στάχτη και πολλές οικογένειες βρέθηκαν στο δρόμο. Το ημερολόγιο έγραφε 13 Σεπτεμβρίου 1944 λίγο πριν φύγουν οι κατοχικές δυνάμεις.
Δέκα οικογένειες φιλοξενήθηκαν στους Λύκους ώστε να περάσουν εκείνο τον χειμώνα μέχρι να φτιάξουν τα σπίτια τους. Πολλές οικογένειες φιλοξενήθηκαν και σε άλλα χωριά.
Όμως φεύγοντας οι Γερμανοί τα τύμπανα του εμφυλίου πολέμου άρχισαν να χτυπούν. Καταραμένοι άνθρωποι και από τις δυο πλευρές που ξεκίνησαν έναν καταραμένο πόλεμο που κατέληξε σε συμμοριτοπόλεμο.
Πολλοί αθώοι πλήρωσαν ακριβά τα μίση και τα πάθη των πολιτικών πεποιθήσεων. Προ πάντων τα μικρά παιδιά. Πολύ δύσκολα χρόνια. Η λευκή τρομοκρατία από την μια και το παιδομάζωμα από την άλλη ήταν τα χειρότερα. Μετά τον εμφύλιο πέρασαν δύο δεκαετίες για να συνέλθει η χώρα για να βρει τον δρόμο της προς την ευημερία και την ειρήνη.
Εμείς σήμερα μέσα στη ευμάρεια και την καλοπέραση κατατρομάξαμε από μια πανδημία (κορωνοϊός). Η επιστήμη κάνει θαύματα και το έχει αποδείξει.
Μάλλον έχουμε πνευματική κρίση και αυτό είναι το πρόβλημα. Οι πολιτικοί το χρησιμοποιούν κατά το δοκούν και βούληση, όπως και οι φαρμακοβιομηχανίες πλουτίζοντας. Οι πολίτες έχουν πάψει να τους εμπιστεύονται γι’ αυτό και είναι επιφυλακτικοί.
Φέτος 2021 γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 που χάρισε την ελευθερία στην πατρίδα μας. Ο σπουδαίος οπλαρχηγός του τόπου μας ΑΓΓΕΛΗΣ ΓΑΤΣΟΣ προ της μάχης φώναζε: ΓκαϊρέτιΜπρατίμια (ΘΑΡΡΟΣ ΑΔΕΡΦΙΑ). Αυτό μας χρειάζεται και τώρα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΤΣΟΥΛΗΣ

Υποσημείωση: Το αφήγημα είναι από διηγήσεις συμβατών και γεγονότων παλαιότερων κατοίκων των χωριών Λύκοι, Κερασιά και Έδεσσα όπως τα είδαν και τα έζησαν.





 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments