
ΑΛΑΛΟΥΜ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΝΝΟΗΣΙΑ ΠΑΡΟΧΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΙΝΩΝ ΣΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ
Η οπτική ίνα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά στοιχήματα των τηλεπικοινωνιακών παρόχων, όμως για πολλά νοικοκυριά η μετάβαση στις υπερυψηλές ταχύτητες δεν είναι πάντα τόσο απλή όσο ακούγεται. Πίσω από τις διαφημίσεις, τις προσφορές και τους φιλόδοξους στόχους για την απομάκρυνση από τον χαλκό, ένα από τα μεγαλύτερα πρακτικά εμπόδια της μετάβασης κρύβεται μέσα στις πολυκατοικίες.
Η τεχνική κάλυψη μιας περιοχής ή ακόμη και η άφιξη της οπτικής ίνας στην είσοδο ενός κτιρίου δεν αρκεί από μόνη της για να φτάσει η σύνδεση στο σπίτι. Η πραγματική δυσκολία εμφανίζεται μέσα στην πολυκατοικία, όταν η σύνδεση πρέπει να φτάσει από την είσοδο του κτιρίου στο κάθε διαμέρισμα. Πρόκειται για τη λεγόμενη κάθετη καλωδίωση, δηλαδή την εσωτερική υποδομή που μεταφέρει την οπτική ίνα από το σημείο εισόδου του κτιρίου προς τους ορόφους και τις επιμέρους κατοικίες.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, όταν έχει ήδη μπει οπτική ίνα σε ένα κτίριο, η ίδια υποδομή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από άλλη εταιρεία για τη σύνδεση του πελάτη της, χωρίς να χρειαστεί να στηθεί από την αρχή νέα καλωδίωση μέσα στην πολυκατοικία.
Στην πράξη, όμως, εκεί ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημα. Αν ο ένοικος επιλέξει διαφορετικό πάροχο από εκείνον που έκανε την αρχική εγκατάσταση, η υπάρχουσα υποδομή δεν μπορεί πάντα να αξιοποιηθεί. Όχι επειδή αυτό δεν είναι τεχνικά εφικτό, αλλά επειδή δεν υπάρχει εμπορική συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
Σε αυτή την περίπτωση, η νέα εταιρεία δεν μπορεί ή δεν επιλέγει να "πατήσει" στην εγκατάσταση που υπάρχει ήδη και ζητά να περάσει δική της καλωδίωση. Έτσι, αντί η πολυκατοικία να εξυπηρετείται από μία κοινή εσωτερική υποδομή, μπορεί να ανοίξει νέος κύκλος εργασιών μέσα στο ίδιο κτίριο με διπλές διαδρομές καλωδίων, πρόσθετα κουτιά και παρεμβάσεις στους κοινόχρηστους χώρους. Μια αναβάθμιση που θα έπρεπε να απλοποιεί την πρόσβαση σε ταχύτερο ίντερνετ μπορεί τελικά να μετατραπεί σε πηγή ταλαιπωρίας για ενοίκους και ιδιοκτήτες. Μάλιστα, η τοποθέτηση διπλών εγκαταστάσεων, είναι μια επιλογή παράλογη και αντιοικονομική. Εκτός από σπατάλη πόρων προκαλεί και αισθητική υποβάθμιση των κοινόχρηστων χώρων των πολυκατοικιών με την τοποθέτηση πολλαπλών οδεύσεων καλωδίων, κουτιών κλπ
Πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει και μια έντονη μάχη ταχύτητας. Οι πάροχοι προσπαθούν να προλάβουν τη ζήτηση, να κλειδώσουν νέες συνδέσεις και να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα σε πιο πολλά κτίρια. Η πίεση αυτή, όμως, συναντά τα όρια της καθημερινής υλοποίησης, από τη διαθεσιμότητα συνεργείων και τον συντονισμό με διαχειριστές και ενοίκους μέχρι τις τεχνικές ιδιαιτερότητες κάθε πολυκατοικίας και τον χρόνο ολοκλήρωσης των εγκαταστάσεων.
Σε επίπεδο αγοράς, η είσοδος της ΔΕΗ FiberGrid έχει προσθέσει έναν νέο "παίκτη" δημιουργώντας νέα δεδομένα. Αξιοποιώντας και τη δυνατότητα χρήσης εναέριων υποδομών, η εταιρεία αναπτύσσει το δίκτυό της με υψηλές ταχύτητες, περιορίζοντας σε αρκετές περιπτώσεις τον χρόνο και την πολυπλοκότητα των έργων.
Το δίκτυο της ΔΕΗ FiberGrid φτάνει ήδη σε 1,88 εκατ. νοικοκυριά, εκ των οποίων πάνω από 1,1 εκατ. είναι διαθέσιμα για άμεση σύνδεση. Η σχεδιαζόμενη σύμπραξη με τη Vodafone, η οποία διαθέτει περίπου 550.000 σπίτια και επιχειρήσεις έτοιμα προς σύνδεση, μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο ισχυρό πόλο στην αγορά. Με τα σημερινά δεδομένα, το νέο σχήμα θα μπορούσε να ξεκινήσει με περίπου 1,65 εκατ. γραμμές άμεσα διαθέσιμες και συνολικό αποτύπωμα άνω των 2,4 εκατ. νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον ανταγωνισμό στη χονδρική πρόσβαση οπτικών ινών, σε μια περίοδο κατά την οποία το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η επέκταση των δικτύων, αλλά η μετατροπή της τεχνικής κάλυψης σε πραγματικές ενεργές συνδέσεις.
Παρά τις νέες ισορροπίες, ο ΟΤΕ διατηρεί σαφές προβάδισμα στην οπτική ίνα, με περισσότερους από 625.000 ενεργούς πελάτες FTTH και δίκτυο διαθέσιμο σε 2,1 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με στόχο τα 2,4 εκατ. έως το τέλος του έτους. Η ΔΕΗ, αν και έχει αποκτήσει σημαντικό αποτύπωμα υποδομών, βρίσκεται ακόμη στα πρώτα βήματα της εμπορικής της παρουσίας στην οπτική ίνα, με περίπου 20.000 πελάτες λιανικής. Η Nova, μέσω της United Fiber, εκτιμάται ότι μπορεί να εξυπηρετήσει πάνω από 950.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω ιδιόκτητου δικτύου, ενώ η Vodafone είχε θέσει ως στόχο τις 850.000 γραμμές έως το 2028. Σε επίπεδο ενεργών συνδέσεων, Nova και Vodafone δεν δημοσιοποιούν στοιχεία.
Του Στάθη Βασιλόπουλου

Σχόλια - Facebook Comments