....

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ


Από την Αγία Σοφία στην Κοίμηση της Θεοτόκου Εδέσσης

(Το ιστορικό μιας μετονομασίας)


Θα ήμουν μαθητής του δημοτικού όταν πρωτάκουσα πως ο παλιός μητροπολιτικός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Έδεσσα λεγόταν αρχικά Αγία Σοφία. Η παράδοση έλεγε ότι πολύ παλιά μια οθωμανική επιτροπή είχε έρθει στη πόλη με την εντολή να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε οθωμανικό τζαμί. Οι Εδεσσαίοι όμως κατόρθωσαν να δωροδοκήσουν την επιτροπή και να σώσουν τον ιερό ναό αλλάζοντας το όνομα σε Κοίμηση της Θεοτόκου. Η αναπαλαίωση του ναού πριν από κάποιες δεκαετίες με την αφαίρεση του σοβά που κάλυπτε τις τοιχογραφίες απεκάλυψε την πρωταρχική του ονομασία. Στην είσοδο είναι ευδιάκριτη αλλά με μεγάλες φθορές η τοιχογραφία του κτήτορα με τα δυο του παιδιά που προσφέρει τον ναό στον Ιησού Χριστό με την φράση (Η ΣΟ)ΦΙΑ ΤΟΥ Θ(ΕΟ)Υ. Και όπως γράφει ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή «ημείς δε κηρύσσομεν… Χριστόν, Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (Α΄Κορ.1,23-24). Η Σοφία του Θεού είναι λοιπόν ο Λόγος, ο Υιός της Αγίας Τριάδας, ο Ιησούς Χριστός.


Η ιστορία αυτή ήρθε πάλι στη μνήμη μου όταν επισκέφτηκα για άλλη μια φορά τον ναό σε ένα πρόσφατο ταξίδι μου στη γενέθλια πόλη. Υπήρχαν άραγε στοιχεία που επιβεβαίωναν την παράδοση αυτή; Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η μετονομασία του ναού; Ο γηγενής ιστορικός της πόλης Ευστάθιος Στουγιαννάκης στο βιβλίο του “Έδεσσα η Μακεδονική εν τη Ιστορία¨ (1932) μας πληροφορεί ότι στη θέση του ναού της Αγίας Σοφίας υπήρχε στην αρχαιότητα ειδωλολατρικός ναός κρίνοντας από παλιές επιγραφές και αρχαία μαρμάρινα μέλη. Μια μαρμάρινη επιγραφή ‘…τω Διί Υψίστω…’ τον οδήγησε στην υπόθεση ότι ο αρχαίος ναός ήταν αφιερωμένος στον Ύψιστο Δία. Με την εξάπλωση του χριστιανισμού θα έδωσε την θέση του σε έναν άγνωστο χριστιανικό ναό όπως συνηθιζόταν τότε. Η αρχαιολογική έρευνα δείχνει βέβαια ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας κτίστηκε την παλαιολόγεια περίοδο, και μάλιστα το τελευταίο τέταρτο του 14ου αιώνα (1375 – 1400). Δεν γνωρίζουμε συνεπώς τι ακριβώς υπήρχε στη θέση αυτή νωρίτερα. Έχουμε όμως λίγα αλλά συγκεκριμένα στοιχεία για το τι έγινε τους επόμενους αιώνες.


Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, όπως την διηγείται ο Στουγιαννάκης, στα χρόνια του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520 – 1566) βγήκε φιρμάνι διατάσσοντας την μετατροπή σε τούρκικα τεμένη όλων των εκκλησιών που τιμούσαν την του Θεού Σοφία. Οι Εδεσσαίοι για να αποφύγουν την εφαρμογή της διαταγής αυτής άλλαξαν το όνομα του ναού σε Κοίμηση της Θεοτόκου, κάλυψαν με σοβά τις τοιχογραφίες, έθαψαν τα ιερά σκεύη και έχτισαν ψηλό τοίχο γύρω του ώστε να μην είναι ορατός από τους περαστικούς. Φαίνεται ότι οι ενέργειες αυτές είχαν αποτέλεσμα αφού για δύο αιώνες δεν υπήρξε καμιά ενόχληση. Το 1781 όμως έφτασε μια επιτροπή Οθωμανών δημόσιων λειτουργών επιφορτισμένη με την μετατροπή του ναού σε τζαμί. Τότε οι Εδεσσαίοι δωροδόκησαν τους δημόσιους λειτουργούς και η μετατροπή αποφεύχθηκε και πάλι. Γιατί όμως δύο αιώνες αργότερα ήρθε επιτροπή για να μετατρέψει την εκκλησία σε τζαμί αφού δεν λεγόταν πια Αγία Σοφία αλλά Κοίμηση της Θεοτόκου;


Για να λύσουμε το μυστήριο αυτό θα πάρουμε τα γεγονότα με την σειρά από την περίοδο της κτίσεως του ναού η οποία συμπίπτει με την πτώση της πόλης στους Οθωμανούς. Η ημερομηνία κατάληψης της Έδεσσας δεν είναι γνωστή γιατί δεν υπάρχει γραπτή μαρτυρία. Εικάζεται ότι έλαβε χώρα μεταξύ του 1385 και του 1390, με πιθανότερες χρονιές το 1387 επί σουλτάνου Μουράτ Α’ ή το δεύτερο μισό του 1389 επί Βαγιαζήτ Α’. Ο 14ος αιώνας σημαδεύτηκε από μια σειρά εμφύλιων συρράξεων μεταξύ των διεκδικητών του βυζαντινού θρόνου. Πρώτα ο εμφύλιος του παππού Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου με τον εγγονό του Ανδρόνικο Γ’. Στη συνέχεια ο εξοντωτικός πόλεμος του Ιωάννη Καντακουζηνού, στρατηγού και φίλου του αποθανόντος Ανδρόνικου Γ’, με τον γιό του τελευταίου Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο. Τέλος, ο πόλεμος του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου με τον γιο του Ανδρόνικο Δ´. Οι συρράξεις αυτές δημιούργησαν μια χαοτική κατάσταση στην αυτοκρατορία φέρνοντας την στα πρόθυρα της διάλυσης. Οι διεκδικητές του θρόνου δεν δίστασαν να καλέσουν για βοήθεια τους Οθωμανούς εμίρηδες της Μικράς Ασίας όπως και τους Σέρβους βασιλείς που είχαν εγκατασταθεί στα Σκόπια. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεν Τούρκοι του Ορχάν να περάσουν από την Άσία στην Ευρώπη μεταφέροντας την πρωτεύουσα τους στην Αδριανούπολη, οι δε Σέρβοι του Στέφανου Ντουσάν να καταλάβουν Κεντρική Μακεδονία , Θεσσαλία και Ήπειρο. Όλοι τους αρχικά προσκεκλημένοι από τους διεκδικητές του θρόνου της Βασιλεύουσας! Η Έδεσσα από το 1351 έζησε συνεχόμενα υπό σερβική διακυβέρνηση κάτω από τρεις ηγεμόνες: τον Ράντοσλαβ Χλάπεν, τον Θωμά Κομνηνό Πρελούμπο ή Πρελιούμποβιτς και τον Νικόλα Μπαλντοβίν Μπαγκάς.


Μετά τον θάνατο του Στέφανου Ντουσάν (1355) που είχε αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς Σέρβων και Ελλήνων στις Σέρρες, ο διοικητής Βέροιας και Έδεσσας Ράντοσλαβ Χλάπεν ορίζει ηγεμόνα της Έδεσσας τον Θωμά Κομνηνό Πρελιούμποβιτς σύζυγο της “βασίλισσας” Μαρίας Αγγελίνας Παλαιολογίνας. Οι νέοι ηγεμόνες θα κτίσουν την περίοδο 1360 με 1366 έναν ναό στο όνομα της Θεοτόκου σε κληρονομικό κτήμα της Μαρίας Παλιολογίνας. Το 1375, μετά την εγκατάστασης τους στα Ιωάννινα, θα δωρίσουν τον ναό στην Μονή της Αγίας Λαύρας του Αγίου Όρους. Το δωρητήριο αναφέρει ότι ‘…ανεγήραμεν εκ βάθρων της Θεοτόκου ναόν επ’ ονόματι της Γαβαλιωτίσσσης εντός του περικλήτου κάστρου των Βοδενών…ός εστίν κληρονομικός ημών, ήγουν του προπάππου της βασιλείας ημών του αοιδήμου εκείνου πρωτοβεστιαρίου Αγγέλου του Παλαιολόγου κυρ Ανδρονίκου…’. Το κτήμα λοιπόν ήταν κληρονομιά της Μαρίας Παλαιολογίνας από τον προπάππο της Ανδρόνικο Άγγελο Παλαιολόγο. Ας σημειωθεί ότι οι Παλαιολόγοι είχαν αρκετά περιουσιακά στοιχεία στην περιοχή της Έδεσσας. Ο επόμενος τοπάρχης Νικόλαος Μπαγκάς, γαμπρός του Χλάπεν, θα δωρίσει με τη σειρά του το 1385 την Μονή της Μεσονησιώτισσας, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Έδεσσας στη λίμνη του Άγρα, σε μια άλλη μονή του Αγίου Όρους την τότε σερβική Μονή του Αγίου Παύλου στην οποία μόναζε ο αδελφός του Αντώνιος. Ο Μπαγκάς λοιπόν ηγεμόνευε στην Έδεσσα και το 1385.


Με την κατάληψη της Έδεσσας από τους Οθωμανούς υπήρχε σίγουρα ο ναός της Θεοτόκου της “επονομαζόμενης Γαβαλιωτίσσης” και πιθανόν ο ναός της Αγίας Σοφίας στο Βαρόσι – εάν και εφόσον είχε ήδη αποπερατωθεί. Μετά την κατάληψη μιας πόλης οι Τούρκοι συνήθιζαν να πηγαίνουν να προσευχηθούν σε έναν ιερό χώρο. Τέτοιος χώρος ήταν συνήθως η μεγαλύτερη χριστιανική εκκλησία ή ο μητροπολιτικός ναός. Αυτομάτως ο ναός αυτός μετατρεπόταν στο πρώτο τζαμί. Το γεγονός ότι το πρώτο τζαμί στην Έδεσσα ήταν το λεγόμενο ‘τζαμί του ηγεμόνα’ (Χουνκιάρ τζαμί), το κτήριο του σημερινού πολιτιστικού συλλόγου ¨Μέγας Αλέξανδρος’, μας οδηγεί στη σκέψη ότι εκεί πρέπει να βρισκόταν ναός στον οποίο πήγαν να προσευχηθούν οι νέοι κατακτητές της πόλης. Είτε γιατί ο ναός της Αγίας Σοφίας δεν είχε αποπερατωθεί ακόμη, είτε γιατί ο άλλος ναός ήταν μεγαλύτερος. Αυτό συνάγεται και από την παράδοση των Εδεσσαίων Τούρκων οι οποίοι έφυγαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920. Ο Εδεσσαίος ιστοριοδίφης Γεώργιος Τουσίμης, υπάλληλος του υπουργείου εξωτερικών, σε επιστολή του προς τον θειό μου Κώστα Ι. Σιβένα της 9ης Νοεμβρίου 1968 αναφέρει ότι συνάντησε τον γιο του Ντουρζή μπέη, της πλέον επιφανούς τουρκικής οικογένειας της Έδεσσας. Αυτός του είπε ότι σύμφωνα με τα “κιτάπια” που απεκόμισαν μαζί τους στη Προύσα όπου και εγκαταστάθηκαν, επειδή η Έδεσσα “εθεωρήθη ως κατακτηθείσα με σπαθί, κατά το τουρκικόν δίκαιον, ηχμαλωτίσθησαν όλοι οι ενήλικοι άρρενες και μετετράπη εις τζαμί η ‘μεγάλη εκκλησία’”. Προφανώς δεν ήταν η Αγία Σοφία. Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η “μεγάλη εκκλησία” αν όχι η εκκλησία της Θεοτόκου που έχτισε η Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα; Ανεξάρτητα από το πλανώμενο αυτό ερώτημα, το γεγονός είναι ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας λειτούργησε για σχεδόν δύο αιώνες συγχρόνως με το πρώτο τζαμί της πόλης χωρίς προβλήματα.


Σύμφωνα με τον Λουθηριανό λόγιο και μέγα φιλέλληνα Μαρτίνο Κρούσιο καθηγητή του πανεπιστημίου της Τυβίγγης (Martinus Crusius, Tübingen) στα τέλη του 16ου αιώνα υπήρχαν πολλοί ναοί στα Βαλκάνια με το όνομα Αγία Σοφία, οι κυριότεροι των οποίων ήσαν της Αχρίδας, της Σόφιας, της Κωνσταντινούπολης, της Έδεσσας και της Θεσσαλονίκης. Αυτά του είχε αναφέρει ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδας της πρώτης Ιουστινιανής Γαβριήλ κατά την επίσκεψη του στη Τυβίγγη τον Σεπτέμβριο του 1587. Συνάγεται συνεπώς ότι μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα η Αγία Σοφία έφερε πάντα το αρχικό της όνομα.


Μετά όμως από έναν αιώνα η εκκλησία έχει αλλάξει όνομα. Ένας κώδικας του Αγίου Κλήμεντος Αχρίδας του 17ου αιώνα (1688) αναφέρει ότι ο μητροπολίτης Βοδενών Γερμανός εκλέχθηκε αρχιεπίσκοπος Αχρίδας ‘…εν τη αγιωτάτη Εκκλησία της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου της επονομαζομένης Αγίας Σοφίας της Μητροπόλεως των Βοδενών…’. Άρα στη διάρκεια του 17ου αιώνα ο ναός είχε μετονομαστεί σε “αγιωτάτη εκκλησία της Θεοτόκου” με τον σημαντικότατο προσδιορισμό “της επονομαζομένης Αγίας Σοφίας.” Με άλλα λόγια ‘εκκλησία της Θεοτόκου γνωστής ως Αγία Σοφία’. Προφανώς οι Εδεσσαίοι για να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο που διέτρεχε η εκκλησία αποφάσισαν να προσθέσουν το όνομα της Θεοτόκου μπροστά από το όνομα της Αγίας Σοφίας. Για τους χριστιανούς Εδεσσαίους επρόκειτο πάντα για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας αλλά ο τρόπος γραφής με πρώτη την Θεοτόκο δημιουργούσε διαφορετική εντύπωση στους αλλόδοξους. Κτίζοντας μάλιστα ένα υψηλό περιτοίχισμα που περιέκλειε τον χώρο του ναού με την Μητρόπολη φαίνεται ότι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε. Επί πλέον οι λειτουργίες στο ναό αραίωσαν αρκετά και γίνονταν ως επί το πλείστον μετά τη δύση του ηλίου όταν δεν κυκλοφορούσαν αλλόπιστοι στους δρόμους ώστε να μη δημιουργηθούν υπόνοιες και ερωτηματικά. Αρκετοί Εδεσσαίοι μάλιστα έκτισαν παρεκκλήσια για πιο συχνό εκκλησιασμό στις αυλές των σπιτιών τους μερικά από τα οποία σώζονται ακόμη και σήμερα.


Η κατάσταση αυτή ανατράπηκε έναν αιώνα αργότερα, στα τέλη του 18ου αιώνα. Υποθέτουμε ότι κάποιος ή κάποιοι μεταξύ των μωαμεθανών επισκεπτών της Μητρόπολης κατάλαβαν ή έμαθαν το μυστικό των χριστιανών και ειδοποίησαν τις αρχές στη Κωνσταντινούπολη. Έτσι έφτασε η επιτροπή το 1781 στην Έδεσσα με διαταγή να την μετατρέψουν σε τζαμί. Πως όμως έμαθαν οι Τούρκοι το μεγάλο μυστικό των πιστών χριστιανών;


Είναι γεγονός ότι με την πάροδο του χρόνου οι προφυλάξεις της πρώτης περιόδου όχι μόνον είχαν ατονίσει αλλά είχαν πάρει την αντίθετη κατεύθυνση. Την εποχή του μητροπολίτη Γερμανού Β’ (1752 – 1782) οι επισκέψεις στη Μητρόπολη Τούρκων αξιωματούχων είχαν γίνει πολύ συχνές. Πολλοί τοπικοί άρχοντες και διερχόμενοι πασάδες πήγαιναν το καλοκαίρι στο κιόσκι που είχε κατασκευάσει ο μητροπολίτης για να δροσιστούν από το αεράκι που ερχόταν από τον λόγγο πίνοντας τον απογευματινό τους καφέ. Ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης είναι σαφής στο βιβλίο του (Voyage dans la Macedoine, 1831) όταν επισκέφτηκε τον μητροπολίτη Γερμανό Β’ το 1776: “Το μέγαρό του, μου φάνηκε αντάξιο των θετικών σχολίων που είχα ακούσει. Θεώρησα σωστό λοιπόν να του το επισημάνω. Μου απάντησε όμως ότι είχε μετανιώσει για το χτίσιμο της οικοδομής που κατασκευάστηκε με χρήματα των πιστών. Το παλιό κτήριο, πρόσθεσε, παρά τη ταπεινότητα του, με έκανε πιο ευτυχισμένο. Δεν προκαλούσε κανέναν αφέντη και έτσι γλιτώναμε τα διάφορα χαράτσια. Από τη στιγμή όμως που οι αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι το μεταμόρφωσαν σε παλάτι, έγινε πηγή πολλών προβλημάτων και ειδικά χαρατσιών. Ο αρχιεπίσκοπος δεν παραπονιόταν για τους αγάδες της πόλης, αλλά για τους περαστικούς πασάδες, οι οποίοι έβρισκαν κάθε δικαιολογία για να ζητήσουν φόρο. Αυτό το οικοδόμημα έχει στοιχίσει σε χαράτσια εδώ και είκοσι χρόνια το διπλάσιο του κόστους κατασκευής του. Ειδικά το κιόσκι που φαίνεται από μακριά είναι η αιτία όλων των κακών”…“Θα γκρεμίζαμε αυτή τη πέτρα του σκανδάλου, αλλά κάτι τέτοιο δεν θα άρεσε στους τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι έρχονται συχνά εδώ για να πάρουν το καφέ τους και να δροσιστούν από το αεράκι που δεν φτάνει στο εσωτερικό της πόλης. Έπρεπε λοιπόν να διατηρήσουμε το κιόσκι, παρά τις ταλαιπωρίες που μας προξενεί”(Περιπέτειες ενός Προξένου ενός Πρέσβη και ενός Μητροπολίτη, 2020). Το κιόσκι λοιπόν που είχε κατασκευάσει ο μητροπολίτης Γερμανός Β’, “αυτή η πέτρα του σκανδάλου”, ήταν ο μαγνήτης που έφερνε εκεί τον κάθε λογής μπέη ή πασά, ντόπιο ή διερχόμενο, εντός των τειχών του συμπλέγματος Μητρόπολη – Κιόσκι – Ναός Αγίας Σοφίας. Όπως γράφει ο Κουζινερύ το κιόσκι ήταν πολύ ωραίο, καλλιτεχνικά ζωγραφισμένο με μια εξαιρετική θέα: “Λίγο μετά τη συνομιλία αυτή, που φαίνεται ότι στενοχωρούσε τον οικοδεσπότη μας, μεταφερθήκαμε στο ωραίο μπαλκόνι, στο κέντρο του οποίου βρισκόταν το κιόσκι. Δεν ήταν η κωνσταντινουπολίτικη κομψότητα της κατασκευής, ούτε οι ζωγραφιές που με εξέπληξαν, αλλά η πλούσια και απεριόριστη θέα. Αν φανταστείτε μια πεδιάδα δεκαπέντε λεύγες σε βάθος και άλλο τόσο σε πλάτος, με ορίζοντα την θάλασσα, με δάση, αγροκτήματα, χωριά, ποτάμια και την λίμνη των Γιαννιτσών στο κέντρο, θα έχετε μια ιδέα αυτού του υπέροχου πίνακα. Από την άκρη του πλατώματος ξεπηδούν γύρω στους είκοσι καταρράκτες, τα νερά των οποίων ενώνονται στο βάθος της κοιλάδας. Στα ανατολικά της πόλης είναι ο μεγάλος καταρράκτης που πέφτει σαν μεγάλη κολόνα ύδατος σε μιαν άβυσσο σχηματίζοντας χαμηλά μια μεγάλη πισίνα”. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα ήταν δύσκολο να αποκαλυφθεί το μυστικό του ναού. Έτσι έφτασε και η επιτροπή το 1781. Λίγους μήνες αργότερα, αρχές του 1782, ο μητροπολίτης Γερμανός Β’ παραιτήθηκε και τον Μάρτιο έφτασε ο αντικαταστάτης του Μελέτιος (Α’). Η παραίτηση του να ήταν τυχαία ή να θεώρησε ότι είχε προσωπική ευθύνη για την οδυνηρή εξέλιξη των πραγμάτων;


Η επιτροπή Οθωμανών δημόσιων λειτουργών έφτασε στην Έδεσσα συνοδευόμενη από τον μητροπολίτη Χριστιανουπόλεως (Αρκαδίας) Ιερεμία. Ο τελευταίος ήταν τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου μετά τον θάνατο του πατριάρχη Σωφρονίου και μέχρι την ανάληψη καθηκόντων του επόμενου πατριάρχη Γαβριήλ, προεδρεύοντας της Ιεράς Συνόδου. Αργότερα εξελέγη και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Είχε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες και γνώριζε σε βάθος τουρκική γλώσσα και διοίκηση. Θεωρείται σήμερα ένας θαρραλέος προστάτης των συμφερόντων της Εκκλησίας όπως θα το διαπιστώσουμε και εμείς. Ο Εδεσσαίος λόγιος Ιωάννης Πέγιος γράφει το 1919 στην πρώτη εφημερίδα “Έδεσσα” της πόλης “ως μαρτυρεί το επίσημον πρακτικόν της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, επιτροπή εξ ανωτέρων δημοσίων υπαλλήλων απεστάλη εκ Κωνσταντινουπόλεως ενταύθα με την ωρισμένην πλέον εντολήν να μεταβάλη τον ναόν της Αγίας Σοφίας εις τζαμίον. Η επιτροπή αύτη ευτυχώς ή τυχαίως συνωδεύετο και υπό του αγίου Χριστιανουπόλεως Ιερεμίου, μέλους της Ιεράς Συνόδου”. Ο Εδεσσαίος λόγιος υπογραμμίζει ότι το όνομα που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε οι Εδεσσαίοι για τον ναό ήταν εκκλησία της Αγίας Σοφίας έστω και αν προηγείτο το όνομα της Θεοτόκου. Η ερώτηση εάν ο μητροπολίτης Ιερεμίας βρισκόταν εκεί “τυχαίως” μας απαντάται έμμεσα λέγοντας ¨ευτυχώς” που ήταν εκεί. Και αυτό γιατί γνώριζε πολύ καλά πώς δούλευε η διοικητική μηχανή της αυτοκρατορίας. Μάλλον είχε ήδη έτοιμο στο μυαλό του τον τρόπο επίλυσης του προβλήματος πριν φτάσουν στην Έδεσσα. Και ο Εδεσσαίος λόγιος συνεχίζει: ¨...τη συνδρομή του αειμνήστου Ιεράρχου του συνοδεύοντος την επιτροπήν αγίου Χριστιανουπόλεως κ. Ιερεμίου κατωρθώθη να φιλοξενηθή η ρηθείσα επιτροπή εν τω κοινοτικώ μεγάρω τω χρησιμοποιουμένω δια την κατοικίαν των εκάστοτε (διερχομένων) Μητροπολιτών. Αφάνταστος υπήρξεν η παρασχεθείσα φιλοξενία τη επιτροπή υπό τε των προκρίτων και γενικώς των κατοίκων της πόλεως Εδέσσης. Οι κάτοικοι αυτής κυριολεκτικώς εγένοντο θυσία τίς να υπερβεί του άλλου εις γενναιοδωρίαν. Πράγματι δε τα αποτελέσματα ταύτης δεν εβράδυναν να γίνωσι καταφανή. Κατά την διάρκειαν της φιλοξενίας επανειλημένως συνεζητήθη ο σκοπός της αποστολής αυτής. Ευρύτατος λόγος εγένετο, περί του ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας δεν εκτίσθη υπό των Χριστιανών Εδέσσης, αλλ’ ευρέθη διασωθείς από των Μακεδονικών χρόνων ως ειδωλολατρικός ναός του Ολυμπίου Διός. Επί τέλους περιεστράφη η συζήτησις και ελήφθη απόφασις περί εξαγοράς του ναού τούτου αντί 3.000 γροσίων καταβαλλομένων τη επιτροπή. Κατόπιν δε της αποκρυσταλλωθείσης ταύτης αποφάσεως η επιτροπή κατεπείσθη να παραιτηθή του σκοπού της δικαιολογούσα δι’ εκθέσεως της την μη εκτέλεσιν της εντολής, δι’ ήν απεστάλη ενταύθα”. Η στρατηγική του μητροπολίτη Ιερεμία γίνεται σαφής. Πρώτα από όλα έπρεπε να διαμείνει η επιτροπή στη καρδιά της χριστιανικής συνοικίας, στο Βαρόσι, και όχι σε τουρκική συνοικία. Θα έπρεπε επίσης όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι να φέρονται πολύ φιλικά στους Οθωμανούς λειτουργούς και να τους προσφέρουν καθημερινά δώρα. Επίσης θα έπρεπε να τονίσουν ότι η εκκλησία ήταν κτισμένη πάνω σε αρχαίο ειδωλολατρικό ναό, χώρο βέβηλο για τους μωαμεθανούς. Τέλος, η δωροδοκία θα έπρεπε να πάρει την μορφή εξαγοράς της εκκλησίας από τους Εδεσσαίους και όχι εξαγοράς των δημόσιων λειτουργών. Το τι θα έκαμναν αυτοί τα χρήματα ήταν δικό τους θέμα. Το πουγγί 500 γροσίων φαίνεται ότι ήταν το βασικό φακελάκι της εποχής προς δημόσιους λειτουργούς για σοβαρές περιπτώσεις, αρκετά τσουχτερό ακόμη και με τα σημερινά στάνταρ της ελληνικής διοίκησης.


Για να πληρωθεί το ποσό των 3.000 γροσίων έγινε έρανος μεταξύ των χριστιανών ο οποίος όμως απέφερε μόνο 1.000 γρόσια. “Αλλ’ εκ της δυσκόλου και κρισίμου ταύτης θέσεως εξήγαγε τους πολίτας ως από μηχανής θεός ο γενναιόδωρος και φιλογενής ιδρυτής του Ελληνομουσείου αείμνηστος χαρτοφύλαξ Χατζή Παρίσης προσφερθείς να καταβάλη εκ του ιδιαιτέρου αυτού ταμείου τέσσερα πουγγία ή 2.000 γρόσια προς συμπλήρωσιν του ποσού των 3.000 γροσίων, καθά αναφέρει και το σχετικόν Πρακτικόν της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης”. Και ο Πέγιος συνεχίζει: “Ούτω δε εξευρεθέντος του αναγκαίου ποσού, η επιτροπή προέβη μόνον εις την εκκοπήν και απόσπασιν μέρους των κιονοκράνων του ναού, συντάξασα δε και λεπτομερή δικαιολογητικήν έκθεσιν περί κατεδαφίσεως δήθεν αυτού ως ακαταλλήλου διά τζαμίον λόγω της σμικρότητος και δη της εξ υπαρχής οικοδομήσεως του ως ειδωλολατρικού ναού του Ολυμπίου Διός, απήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, κομίσασα ως δικαιολογητικά της εκτελέσεως δήθεν της εντολής τα τεμάχια των κιονακράνων”.


Η στρατηγική που εφαρμόστηκε πέτυχε τον στόχο της όπως είχε σχεδιάσει ο Χριστιανουπόλεως Ιερεμίας. Καθοριστικός όμως και ο ρόλος του εύπορου Εδεσσαίου Χατζηπαρίση ο οποίος μαθαίνουμε ότι είχε ιδρύσει και το Ελληνομουσείο. Ήταν αυτός άλλωστε που στα πρώτα χρόνια λειτουργίας είχε αναλάβει και την κάλυψη των εξόδων της σχολής. Οι Εδεσσαίοι έτσι κατάφεραν για ακόμη μία φορά να σώσουν την αγαπημένη τους εκκλησία. Επιβεβαιώνεται όμως αυτή η ακολουθία των γεγονότων από τις αρχαιολογικές έρευνες;


Σύμφωνα με τον καθηγητή Ευθύμιο Τσιγαρίδα (Οικοδομικές φάσεις της Παλαιάς Μητροπόλεως Εδέσσης, 2006) υπήρξαν τρεις οικοδομικές φάσεις. Η πρώτη αφορά φυσικά στο κτίσιμο του ναού στα τέλη του 14ου αιώνα ως τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Ο ναός κοσμήθηκε με τοιχογραφίες οι οποίες αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά κάτω από μεταγενέστερα κονιάματα. Η δεύτερη φάση λαμβάνει χώρα τον 17ο αιώνα όταν ο ναός ανακαινίζεται και δέχεται νέα διακόσμηση με τοιχογραφίες που κάλυψαν ολόκληρο το παλαιότερο στρώμα ζωγραφικής. Πρόκειται προφανώς για την περίοδο προσθήκης του ονόματος της Θεοτόκου στο όνομα της εκκλησίας. Ο Τσιγαρίδας σημειώνει ότι “το δεύτερο στρώμα διακοσμήσεως του κυρίως ναού διαπιστώθηκε σωζόμενο στην αψίδα του ιερού και κατά τόπους στον βόρειο και νότιο τοίχο του κεντρικού κλίτους”. Στις αρχές του 19ου αιώνα έχουμε την τρίτη φάση όταν ο ναός ανακαινίζεται ριζικά, δέχεται νέα δίκλινη στέγη που καλύπτει και τα τρία κλίτη ενώ επικαλύπτονται συνολικά οι τοιχογραφίες με επιχρίσματα. Παραμένει άγνωστη η αιτία της ριζικής αυτής ανακαίνισης. Ο ερευνητής όμως τονίζει ότι αυτή η ανακαίνιση “δεν αποκλείεται να συνδέεται με τον κίνδυνο που διέτρεξε το 1781 να μετατραπεί ο ναός σε τζαμί και σκοπό είχε να μη προκαλεί η μορφή του βυζαντινού ναού τους Τούρκους”. Έτσι διαμορφώθηκε ο ναός περίπου στη μορφή που τον γνωρίζαμε για χρόνια.


Η ιστορία του ναού της παλιάς Μητρόπολης είναι και η ιστορία της πόλης μας των τελευταίων έξι αιώνων. Ναός της “Αγίας Σοφίας” για πάνω από τρεις αιώνες, της “Υπεραγίας ημών Θεοτόκου της επονομαζομένης Αγίας Σοφίας‘” για περίπου έναν αιώνα και της “Κοιμήσεως της Θεοτόκου” τους τελευταίους δυόμιση αιώνες. Όσοι επισκέπτονται την εκκλησία αυτή σήμερα ας έχουν κατά νου τις τόσες γενιές Εδεσσαίων που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν το όνομα της Αγίας Σοφίας και να την σώσουν από σίγουρη μετατροπή σε τζαμί. Η εκκλησία σήμερα χάρη στη δουλειά των αρχαιολόγων έχει βρει την αρχική της μορφή σε μεγάλο βαθμό. Δεν θα ήταν λογικό να ξαναβρεί και το αρχικό της όνομα;


Το οικοδομικό συγκρότημα Ιεράς Μητρόπολης, Αγίας Σοφίας και Παρθεναγωγείου στην άκρη του βράχου αγναντεύοντας την πεδιάδα. Με κόκκινο βέλος το απομεινάρι του τοίχου που περιέκλειε τον χώρο από τον 17ο αιώνα. Το περίφημο κιόσκι βρισκόταν μεταξύ της Μητρόπολης και της εκκλησίας.

Η Αγία Σοφία σήμερα και το απομεινάρι του τοίχου που περιέκλειε τον χώρο.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου όπως ήταν πριν την επέμβαση της αρχαιολογικής υπηρεσίας

Η Αγία Σοφία σήμερα

 

ΠΗΓΗ : https://sivenas.wordpress.com/

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments