....

BANDA ENTOPICA - ΟΧΕΤΟΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΩΝ ΑΠΕΙΛΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ


Οχετός ακροδεξιών απειλών στο διαδίκτυο

Στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος προσφεύγει ο Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδος για τις χυδαίες επιθέσεις προς τα μέλη των Βanda Entopica ● Οι δηλώσεις Πλεύρη-Γεωργιάδη και η ηχηρή παρέμβαση από τον Χρ. Ράμμο.


Προς υπεράσπιση της λογοκριτικής στάσης του δημάρχου, που εξαφανίστηκε μετά το περιστατικό, έσπευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λογαριασμοί εμφανώς ακροδεξιάς τοποθέτησης και τα γνωστά εθνικιστικά τρολ, που μπέρδεψαν τα τραγούδια που ακούστηκαν, ενώ εξαπέλυσαν απειλές προς τα μέλη της μπάντας και προς τον Σύλλογο Μουσικών Βορείου Ελλάδος (ΣΜΕΒΕ), που, σύμφωνα με πληροφορίες, θα απευθυνθεί στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για να εντοπιστούν όσοι απείλησαν ακόμα και με έφοδο στα γραφεία του Συλλόγου.

 

Νωρίτερα, ο ΣΜΕΒΕ είχε καταδικάσει την παρέμβαση του δημάρχου σημειώνοντας: «Είναι απαράδεκτο στις ημέρες μας να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι προσβάλλουν μουσικούς με χυδαία λόγια, διακόπτουν συναυλίες και προπηλακίζουν μουσικούς, με το νταηλίκι τού “εγώ πληρώνω”. Αυτή η νοοτροπία δεν υπάρχει ούτε στα χειρότερα σκυλάδικα και παραπέμπει στο παρακράτος της δεκαετίας του ’60...».

Με δήλωσή του στην «Εφ.Συν.» ο πρόεδρος του Συλλόγου, ο τραγουδοποιός Δημήτρης Ζερβουδάκης, σημειώνει: «Το μίσος που προκύπτει με ενέργειες όπως αυτή του δημάρχου Φλώρινας, οδηγεί ανερυθρίαστα στον αλυτρωτισμό και τον σκοταδισμό. Η επιβολή δε του δυνατού στον αδύνατο τεκμηριώνεται ως χυδαιότητα σε βάρος νέων ταλαντούχων μουσικών, οι οποίοι ασκούν την παράδοση με αγάπη και σεβασμό, συμβάλλοντας στη διατήρηση της συλλογικής μας μνήμης». Καλώντας «μακριά από το όποιο φασιστικό, μισαλλόδοξο καθεστώς διχασμού μα και απάνθρωπου ανταγωνισμού» ο κ. Ζερβουδάκης τονίζει ότι «μόνον η μουσική ενώνει αβίαστα τους ανθρώπους, τους λαούς και “καταργεί” τα σύνορα».

Ηχηρή παρέμβαση Χρήστου Ράμμου

Ηχηρή παρέμβαση έκανε για το θέμα ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος. Ο δικαστής, πρώην αντιπρόεδρος του ΣτΕ, σημείωσε: «Σήμερα απαγορεύεται ένα τραγούδι, αύριο μπορεί, εν ονόματι της εθνικοφροσύνης που μας βασάνισε άγρια παλιότερα [...] να απαγορευτεί ή να περισταλεί η ελευθερία του λόγου. [... ] Σε μια σύγχρονη δημοκρατία και σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, όπως είμαστε στα χαρτιά και διεκδικούμε πάντα να είμαστε και στην καθημερινή πράξη [που είναι και το πιο δύσκολο], θα τραγουδούμε ό,τι θέλουμε, σε όποια γλώσσα ή διάλεκτο θέλουμε και θα λέμε ό,τι πιστεύουμε, ό,τι μας εκφράζει και ό,τι λαχταράει η καρδιά μας. Εχουν χυθεί τόνοι μελάνης στα Συντάγματά μας, στις διεθνείς συμβάσεις που μας δεσμεύουν και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το δικαίωμα αυτό. Και ουδείς αυτόκλητος και αμαθής λογοκριτής, ειδικά όταν ασκεί δημόσια εξουσία, έχει το παραμικρό δικαίωμα ή αρμοδιότητα να μας βάζει εμπόδια στο να το κάνουμε, όπως και εμείς δεν τον εμποδίζουμε να τραγουδάει και να λέει ό,τι εκείνου του αρέσει».

Δεν έχασε ευκαιρία ο ακροδεξιός υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης να τοποθετηθεί απαντώντας στον δικαστή, επισείοντας ανατριχιαστική επιχειρηματολογία βγαλμένη από τις πιο σκοτεινές σελίδες του αντιδημοκρατικού εθνικισμού. Ο κ. Πλεύρης, ενοχλημένος από την αναφορά στο Σύνταγμα, σημείωσε: «Εχουν χυθεί και τόνοι αίματος για να απελευθερωθούμε από Τούρκους, Βούλγαρους και Σλάβους για να είμαστε ελεύθεροι στη Μακεδονία μας. Και αυτό το αίμα ζυγίζει περισσότερο από το μελάνι. Τόσο απλά».

Απάντηση στον ακροδεξιό ξεπεσμό ή παροξυσμό του υπουργού έδωσε ο Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής Πολιτειολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αφιερώνοντας την ανάρτηση Πλεύρη «στους ανθρώπους που θεωρούν εαυτό φιλελεύθερο και στηρίζουν την παρούσα κυβέρνηση επειδή η “Αριστερά ήταν ανυπόφορη”» και σημειώνοντας: «Απλώς καμιά φορά πέφτει μελάνι ώστε να σταματήσει να χύνεται αίμα, φασίστα υπουργέ και ολέθριε, ολέθριε πρωθυπουργέ».

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Λευτέρης Παπαγιαννάκης σημείωσε: «Η σύγκριση με το μελάνι και το αίμα είναι απαράδεκτη και ανιστόρητη. Οι άνθρωποι που έδωσαν το αίμα τους το έκαναν ώστε να μπορούμε με μελάνι να δώσουμε ισχύ στους συμβιβασμούς μας. Αφιερωμένο σε όλους τους υποστηρικτές της κυβέρνησης, οι οποίοι ακόμα στο όνομα του ρεαλισμού και της έλλειψης εναλλακτικής καταπίνουν αμάσητα τον αυταρχισμό, τον αναθεωρητισμό και τον αντιδημοκρατικό εσμό του κάθε “αποτελεσματικού” στελέχους της κυβέρνησης».

«Καλώς παρενέβη ο κ. δήμαρχος διότι δεν θα αφήσουμε μέσα στο σπίτι μας να κάνουν προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδος» είχε γράψει και ο υπουργός Υγείας Αδωνις Γεωργιάδης, γνωστός για τις ακροδεξιές θέσεις του.

 

Από τη Λεωφόρο Ελευθερίας στην... Αυγουστίνου Καντιώτη

Πηνελόπη Πετσίνη, επίκουρη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Τριάντα πέντε χρόνια πριν, τα Χριστούγεννα του 1990, η Φλώρινα έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης: μεγάφωνα παίζουν εμβατήρια, καμπάνες χτυπούν πένθιμα, άνθρωποι με ντουντούκες φωνάζουν συνθήματα εναντίον των «προδοτών της πίστεως και της ορθοδοξίας», μεγάλα πανό κατακεραυνώνουν «μαρξιστές, αναρχικούς και άθεους». Είναι τα γυρίσματα του «Μετέωρου βήματος του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Και είναι ο διαβόητος μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος Καντιώτης που, με τη στήριξη των τοπικών αρχών, κηρύσσει τον πόλεμο στην «αντεθνική» ταινία που τολμά να μιλήσει για το παράλογο των συνόρων και των εθνοτικών διαχωρισμών και αφορίζει στη μητρόπολη τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.

«Ο πόλεμος που είχε κηρύξει το 1990 στα γυρίσματα της ταινίας “Μετέωρο βήμα” του Θόδωρου Αγγελόπουλου ο διαβόητος μητροπολίτης Φλώρινας»

Ο Καντιώτης, από την εκλογή του στη θέση του μητροπολίτη το 1967, είχε επιδοθεί σε μια συστηματική εκστρατεία «εθνικού καθαρμού»: καταπολέμηση της ντόπιας διαλέκτου, ασβέστωμα τοιχογραφιών με κυριλλικές επιγραφές, καταστροφή εικόνων και κατεδάφιση δεκάδων εκκλησιών σλαβικού αρχιτεκτονικού ρυθμού στην περιοχή της Φλώρινας. Ο πόλεμος ενάντια στο «Μετέωρο βήμα» ήταν σύμπτωμα μιας μακράς ιστορίας «εθνικής» λογοκρισίας που επιστρέφει πεισματικά έως σήμερα. Από τους εξαναγκαστικούς όρκους του 1959 -όταν χωριά ολόκληρα υποχρεώνονταν να δηλώσουν ότι δεν θα ξαναμιλήσουν «εις την σλαβικήν»-, έως τις πρόσφατες ακυρώσεις πανηγυριών από αυτόκλητους «θεματοφύλακες», η λογική παραμένει σταθερή: η γλωσσική ετερότητα αντιμετωπίζεται ως απειλή. Ετσι, η σλαβοφωνία ωθήθηκε επί δεκαετίες στη σιωπή, άλλοτε με απαγορεύσεις και άλλοτε, πιο αποτελεσματικά, μέσω της αυτολογοκρισίας.

Στο «Μετέωρο βήμα», το γραφείο παραγωγής στεγαζόταν σε ένα μικρό οίκημα στις όχθες του Σακουλέβα, δυο βήματα από τη Μητρόπολη. «Λεωφόρος Ελευθερίας» έγραφε η ταμπέλα του δρόμου. Ο φωτογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος, που κάλυπτε τα γυρίσματα, το βρήκε ταιριαστό και φωτογράφισε εκεί τον Αγγελόπουλο λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά του ’91. Χρόνια αργότερα το οίκημα στεκόταν ακόμη, εγκαταλειμμένο και σχεδόν ετοιμόρροπο. Η ταμπέλα όμως είχε αλλάξει: ο δρόμος λέγεται πλέον «Οδός Μητροπολίτου Αυγουστίνου Καντιώτη».

Κωστής Παπαϊωάννου

«Δεν φοβούνται ένα τραγούδι, την ελευθερία φοβούνται»

Κωστής Παπαϊωάννου, προέδρος της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων, διευθυντής του Σημείου για τη Μελέτη και την Αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς, ιστορικός

Και τούρκικα και αλβανικά και σλαβομακεδόνικα θα μιλάμε και θα τραγουδάμε. Και ρομανί και εβραϊκά και βλάχικα και ποντιακά. Και όποια γλώσσα, λαλιά και διάλεκτο μιλιέται, μιλήθηκε ή θα μιληθεί σ’ αυτόν τον τόπο. Γιατί σε όποια γλώσσα ακούστηκαν νανουρίσματα, γράφτηκαν ποιήματα και ψιθυρίστηκαν παραμύθια, σε όποια γλώσσα οι λέξεις «γίνανε τραγούδι στα χείλη των παιδιών» είναι και δική μας γλώσσα.

Θα λέμε και θα τραγουδάμε λέξεις «άγνωστες κι απαγορευμένες κι επικίνδυνες» χωρίς την άδεια των τοπικών αρχών. Είναι όρος υπαρξιακός για εμάς να σταθούμε απέναντι στον εγχώριο βλακώδη τραμπισμό που τζογάρει στην άγνοια και στον φόβο. Χρέος έχουμε να πολεμήσουμε τον αυταρχισμό και την ανελευθερία.

Το έθνος και η πατρίδα είναι το άλλοθί τους για να μισούν και να απειλούν. Είναι η διάχυση της εθνικιστικής καχυποψίας, οι απαγορεύσεις, οι απειλές που υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή. Δεν είναι η ελεύθερη έκφραση. Δεν είναι η άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν από τις γλώσσες, τους χορούς και τα τραγούδια. Κινδυνεύουν από τους «φύλακες της εθνικής τιμής», από τους επίδοξους λογοκριτές και από την καταστολή. Δεν μας απειλούν τα τραγούδια αλλά όσοι τα φιμώνουν.

Αντώνης Λιάκος, ομότιμος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΕΚΠΑ

«Σίγουρα το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα δεν είναι τι τραγουδάμε, αλλά είναι η ποιότητα της εξουσίας. Υπάρχει πολιτισμική ηγεμονία σήμερα στην Ελλάδα; Ή μήπως υπάρχουν περισσότερα του ενός ηγεμονικά σχέδια, ένα νεοφιλελεύθερο και πολιτισμικά ανεκτικό, στην πρωτεύουσα ή για τα αστικά στρώματα, κι ένα εθνοθρησκευτικό με ισχύ στην επαρχία και στα λαϊκά στρώματα; Είναι ανταγωνιστικά και συναρθρώνονται κατά περίπτωση, ή βρισκόμαστε μπροστά σε ένα θρυμματισμένο πολιτισμικό πεδίο, που αντανακλά και τον πολιτικό θρυμματισμό;»

(Απόσπασμα από ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) 

EUROKINISSI/ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής Πολιτειολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

«Αν αυτές οι πρακτικές περάσουν αναπάντητες, τότε η χώρα θα βυθίζεται κάθε χρόνο που περνάει όλο και περισσότερο στο σκοτάδι του αυταρχισμού και του φόβου. Η περιοχή της Φλώρινας ξέρει και από τα δύο. Η αναβίωση της εθνικοφροσύνης στην ελληνική Μακεδονία σήμερα βρίσκει πάτημα στο ότι η κεντρική διοίκηση -η ελληνική κυβέρνηση δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας- αν όχι την υποστηρίζει μέσω του βαθέος κράτους αλλά σίγουρα την υποθάλπει και την ανέχεται. Να απαντήσουμε ότι θα τραγουδάμε ό,τι τραγούδια θέλουμε. Αυτό δεν αφορά μόνο τα γούστα μας. Αφορά τη δημοκρατία μας».

(Απόσπασμα από ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης)

Το Μακεδονικό ως λυδία λίθος της δημοκρατίας μας

Τάσος Κωστόπουλος

Για πολλοστή φορά, το εγχώριο μακεδονικό ζήτημα αποδεικνύεται ο καθοριστικότερος δείκτης του επιπέδου της δημοκρατίας μας. Η λογοκριτική απαγόρευση από τον δήμαρχο Φλώρινας της δημόσιας επιτέλεσης δύο παραδοσιακών τραγουδιών στην ντόπια μακεδονική γλώσσα κατά τη διάρκεια του τοπικού εθίμου των «Φωτιών» και η συνακόλουθη δημόσια συζήτηση ήρθαν να μας θυμίσουν πως η μακεδονική ενδοχώρα αποτέλεσε επί δεκαετίες το πειραματικό πεδίο, πάνω στο οποίο εκκολάφθηκαν κάθε λογής αυταρχικές κρατικές πρακτικές, προτού μεταφυτευθούν στον υπόλοιπο εθνικό κορμό: από τα διαβόητα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων (που ξεκίνησαν ως «εθνικών φρονημάτων») μέχρι τη συστηματική χρήση κρατικής και παρακρατικής βίας για τον «σωφρονισμό» και την «ανάνηψη» των εκάστοτε αντιφρονούντων.

Αξιο τέκνο επιφανούς πατρός, ο υπουργός Πλεύρης το έγραψε ορθά-κοφτά: δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα δεν χωρούν σ’ ένα εθνικό θέμα. Αύριο, δεν θα χωρούν και σε κάθε άλλο ζήτημα για το οποίο «χύθηκε αίμα», γενικώς. Μ’ αυτό ακριβώς το επιχείρημα, η εθνικόφρων παράταξη δεν απέκλειε άλλωστε μεταπολεμικά -διά νόμου- από το πανεπιστήμιο τα παιδιά των «ανθελλήνων», ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής;

Από τον επί δεκαετίες εκτοπισμό της μακεδονικής γλώσσας μέσω αστυνομικής και ιδεολογικής καταστολής μέχρι το σημερινό λογοκριτικό διάβημα του δημάρχου Φλώρινας, που ευτυχώς συναντά μαζικές αντιδράσεις

Η αντιπαράθεση των τελευταίων μηνών γύρω από το μουσικό ρεπερτόριο των μακεδονικών πανηγυριών, αντιπαράθεση που ξεκίνησε με τις άκαρπες απαγορεύσεις του περασμένου καλοκαιριού για να κορυφωθεί με την τωρινή ενέργεια του δημάρχου, δεν είναι καθόλου τυχαία. Με τη μακεδονική γλώσσα να έχει εκτοπιστεί πια σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο χώρο ως αποτέλεσμα δεκαετιών αστυνομικής και ιδεολογικής καταστολής, για την οποία το (έστω και δειλό) άνοιγμα των κρατικών αρχείων μάς παρέχει πλέον άπειρα τεκμήρια, η προβολή της πολιτισμικής ετερότητας των ντόπιων Μακεδόνων και οι προσπάθειες να εξαλειφθεί κάθε εναπομείναν ίχνος της επικεντρώνονται πλέον στο συμβολικά φορτισμένο ζήτημα της δημόσιας επιτέλεσης των επίμαχων τραγουδιών· τραγουδιών τα οποία υπενθυμίζουν τη σχέση των ντόπιων Μακεδόνων με μια παράδοση που το βαθύ ελληνικό κράτος κατέβαλε κάθε προσπάθεια να εξαφανίσει από προσώπου της επικράτειάς του.

Μπορεί το διαδίκτυο και το youtube να έχουν προσδώσει σήμερα στο φαινόμενο μια ορατότητα αδιανόητη πριν από μερικά χρόνια, όμως αυτή η συμβολική αναμέτρηση ανάμεσα στους Μακεδόνες συμπολίτες μας που διεκδικούν ίσα δικαιώματα με όλες τις άλλες γλωσσοπολιτισμικές ομάδες του τόπου τους και τους θεματοφύλακες του πιο σκοταδιστικού εθνικισμού δεν είναι καθόλου καινούργια.

Τα πρώτα ίχνη της εντοπίζονται στα αστυνομικά αρχεία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο άνεμος ελευθερίας που φύσηξε στην περιοχή μετά την πρώτη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ τροφοδότησε μια βραχύβια πολιτιστική άνοιξη στα σλαβόφωνα χωριά, η οποία έμελλε τελικά να πνιγεί από την υπόγεια κινητοποίηση των μηχανισμών του βαθέος κράτους. Οπως ακριβώς συνέβη τώρα με τη «Σόφκα» και το «Ελα Κέρκο» που τραγούδησε στη Φλώρινα η Banda Entopica, έτσι και τότε το «πρόβλημα» δεν είχε να κάνει με κάποιο «αλυτρωτικό» περιεχόμενο του επίμαχου ρεπερτορίου, αλλά με το αίσθημα χειραφέτησης που εμπεριέχει η δημόσια εκφορά του ύστερα από δεκαετίες άτυπης αλλά ασφυκτικής απαγόρευσης. Χαρακτηριστική παραδοχή, σε έκθεση της Διοίκησης Χωροφυλακής Κιλκίς για κάποιο οικογενειακό συγκρότημα της Γουμένισσας (1983): μολονότι, διαβάζουμε, «δεν εντοπίστηκε ιδιαίτερη προπαγάνδα τούτων για το ψευτομακεδονικό, πλην όμως με τα ανωτέρω τραγούδια τους [δηλαδή, τα σλαβόγλωσσα] που είναι ξένα προς τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της Μακεδονίας, ενθουσιάζουν αυτούς που γνωρίζουν και μιλούν το τοπικό αυτό γλωσσικό ιδίωμα».

Ούτε το μακρύ χέρι των εντεταλμένων υπηρεσιών, αρκετά ευδιάκριτο πίσω από τους «πατριωτικούς» ιστότοπους που διασπείρουν fake news συνδαυλίζοντας μια φασίζουσα υστερία κατά του εσωτερικού εχθρού, είναι πρωτόγνωρο. Εν έτει 1960, ο (εθνικόφρων) Ελληνας πρέσβης στο Βελιγράδι Νικολαρεΐζης προειδοποιούσε λ.χ. ενδοϋπηρεσιακά πως η ημέτερη ΚΥΠ «μεγαλοποιεί ή σκηνοθετεί εκ του σκότους εθνικούς κινδύνους διά να στεροποιήση την ύπαρξίν της και να εισελάση μίαν ημέραν εις την άσκησιν της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος διά του μοναδικού παραθύρου -διότι άλλο δεν έχει ούτε δύναται να εφεύρη- του Μακεδονικού».

Αν κάτι έχει ευτυχώς αλλάξει από τότε, αυτό δεν είναι η νοοτροπία και οι πρακτικές των οργάνων. Είναι η απαλλαγή μιας μεγάλης μερίδας του δημοκρατικού κόσμου της χώρας από τα ταμπού της εθνικής ορθότητας, που δικαιολογούσαν σε παλιότερους καιρούς τον στραγγαλισμό των ελευθεριών στο όνομα φανταστικών εθνικών κινδύνων. Οι μαζικές αντιδράσεις για το λογοκριτικό διάβημα του δημάρχου της Φλώρινας αποτελούν τη μόνη εγγύηση πως η επιστροφή στα πέτρινα χρόνια δεν είναι, προς το παρόν, αναπόφευκτη.

 


 

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments