
ΕΔΕΣΣΑΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ : "ΤΗΣ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑΣ" ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΗΣ 7ης ΤΕΧΝΗΣ Ο "ΖΗΚΟΣ" ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ- ΜΗ ΧΑΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ!!! (VIDEO PHOTOS)
Οι ατάκες του Ζήκου σαρωτικές :
- «Σας μερσώ μαντάμ, ορεντουβάρ»
- «Στο λέει ο Ζήκος και να το ‘χεις υπό την υποψία σου»
- «Ψυχραμένοι είστε; Βλέπω μια ελαφρά ψυχρασία μεταξύ σας, πότε ψυχραστήκατε;»
- «Για κάνε πως χτυπάς, και αν δεν πάω στο υπουργείο υγρασίας να το αναφέρω γράψε μου»
- Κώστας Χατζηχρήστος: «...και με κρατάς και τον Ίκα! Ποιος είν' αυτός ο Ίκας;» Κώστας Δούκας: «Αυτό όλοι το πληρώνουν!» Κώστας Χατζηχρήστος: «Δεν το πληρώνω εγώ! Δε με φτάνει που δε με πληρώνεις, μου κρατάς και τον Ίκα! Και μου λες όλο υπομονή Ζήκο θ' αρρωστήσεις! Πότε θ' αρρωστήσω εγώ;»
- Νίκος Φέρμας: «Απορώ ρε Παντελή, πως τον ανέχεσαι τόσον καιρό!» (εννοεί τον Χατζηχρήστο) Κώστας Δούκας: «Τον βλέπεις τελευταία που έχει αδυνατίσει; Κάθε βράδυ στο φαΐ του τού βάζω από λίγο παραθείο!» Κώστας Χατζηχρήστος (βρίσκεται λίγο παραδίπλα): «Να μου κάνεις τη χάρη! Το άκουσα τι είπες, μου έβρισες το θείο!»
ΣΑΡΩΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ «ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ»
Εμείς είμασταν εκεί και σας παρουσιάζουμε απόσπασμα από την παράσταση, μια παράσταση μοναδική που δεν πρέπει να χάσει κανείς!!!!
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι γίνανε ρε οι φακές; Τις πούλησες;
ZHKOΣ: Δεν τις πούλησα, φύγανε μοναχές τους! Διότι σκάσανε οι φακές, βγήκαν τα μαμούνια, πήρε κάθε μαμούνι στην πλάτη από μια φακή και δρόμο τον ανήφορο!
Μία παράσταση με αναρίθμητες εκρήξεις γέλιου, που μεταφέρει χαρά και ευφρόσυνη διάθεση μέσα από την υψηλής ποιότητας χιούμορ της, καλείστε να παρακολουθήσετε από την Κεντρική Σκηνή του Εδεσσαϊκού Θεάτρου. Η Θεατρική μεταφορά της ταινίας «ΤΗΣ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑΣ», που έγραψε και σκηνοθέτησε για τη μεγάλη οθόνη ο Ντίνος Κατσουρίδης, παίρνει σάρκα και οστά στην σκηνή της αίθουσας εκδηλώσεων της Π.Ε. Πέλλας από την Κυριακή 29 Οκτώβρη ως και την Κυριακή 5 Νοέμβρη 2017 με την υποστήριξη της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας και του Δήμου Έδεσσας.

Νοσταλγικές ευωδιές, γραφικές αυλές, ψυχές γεμάτες όνειρα, προσδοκίες και αγωνίες και στο επίκεντρο το παραδοσιακό μπακάλικο-κέντρο εμπορικής και κοινωνικής κίνησης- χώρος γύρω απ τον οποίο στήνεται η πλοκή, η δράση και η εξέλιξη του έργου. Ενός έργου που γοητεύει ακόμα και σήμερα 54 χρόνια μετά την πρώτη κινηματογραφική του προβολή και που αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική κωμωδία. Μια κωμωδία, που γεννήθηκε χωρίς κανόνες και που ακόμα λειτουργεί, χάρη στο αχαρακτήριστο και σχεδόν αναρχικό της χιούμορ. Ένα κοκτέιλ που περιλαμβάνει δόσεις σουρεαλισμού, ηθογραφίας, καταγραφής της πραγματικότητας και τη γελοιοποίησή της. Η αυθεντικότητα της, η φρεσκάδα της, ο φρενήρης ρυθμός της, οι χαρακτήρες της και οι μοναδικές της ατάκες, συντελούν στη διαχρονική αξία του έργου. Ισοπεδωτικό, καταιγιστικό, απολαυστικό, είναι λίγες μόνο από τις λέξεις που μπορούν να αποδώσουν το σενάριο: Ο Ζήκος, ένας επαρχιώτης που δουλεύει μπακαλόγατος στου κυρ-Παντελή, έχει μεγάλα σχέδια για το μέλλον του αλλά οι τρόποι που χρησιμοποιεί για να τα πραγματοποιήσει αποκαλύπτουν το μέγεθος της αφέλειας του. Είναι ερωτευμένος με την Φιφίκα, η οποία προσποιείται ότι ανταποκρίνεται. Ο Παντελής, αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλει για λογαριασμό του τη νεαρή φίλη της, τη Λίτσα και ζητάει από την προξενήτρα κυρά Δέσποινα να πείσει τον πατέρα της να του δώσει το χέρι της. Ο Ζήκος κοροϊδεύει για την επιλογή του τον Παντελή αλλά αυτός δεν πτοείται. Προχωρεί στους αρραβώνες σε συνεννόηση με τον πατέρα της και ερήμην της ίδιας. Στα γενέθλια της Λίτσας θα αποκαλυφθεί το «συνοικέσιο του αίσχους» και η ζωή όλων θα έρθει τα πάνω – κάτω καθώς τόσο αυτή όσο και η φιλενάδα της διατηρούν σχέσεις, η μεν Λίτσα με τον νεαρό ηλεκτρολόγο Αργύρη, η δε Φιφίκα με τον φίλο του Κιτσάρα. Όμως μετά την απόπειρα των νέων να κλεφτούν, οι γονείς τους θα υποχωρήσουν και θα δώσουν την ευχή τους για το γάμο τους, αφήνοντας τον Ζήκο και τον κυρ -Παντελή... μπουκάλες!
Ένα εξαιρετικό επιτελείο ανθρώπινου δυναμικού, άκρως δημιουργικό και κεφάτο, εργάστηκε υπό τις σκηνοθετικές υποδείξεις της Δέσποινας Οτουντζίδου, κρατώντας τη φινέτσα, τους ρυθμούς και τις συμπεριφορές των χαρακτήρων του έργου στο ακέραιο. Τους ρόλους ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά οι: Αγανάνη Ελένη (Φιφίκα), Αζέπη Ελένη (Λίτσα), Γκόγλης Βασίλης (Πελάτης), Δαδιώτη Βάλια (Πελάτισσα), Δουρβάνης Δημήτρης (Ζήκος), Καράλη Ελένη (Σωτηρία), Κιοσές Παντελής (Μήτσος), Νανόπουλος Παναγιώτης (Μανόλης), Τοπαλίδης Νίκος (Κιτσάρας), Τσακίρη Ελένη (Δέσποινα), Φανιόπουλος Λάκης (Παντελής) και Χατζής Χρήστος (Αργύρης)
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗ ΓΑΙ ΤΙΣ ΟΜΟΡΦΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ "PHOTO ΕΥΘΥΜΙΑΔΗ"
Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου και είναι μια από τις πιο γνώστες, διαχρονικές και πετυχημένες κωμωδίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Η θεατρική παράσταση σατίριζε τη νοοτροπία του φτωχού και παμπόνηρου Έλληνα επαρχιώτη, που προσπαθεί με κουτοπονηριές και κόλπα να κερδίσει εις βάρος των άλλων για να πετύχει τους σκοπούς του, χωρίς όμως να υπολογίζει τα σχέδια της ζωής και τις πράξεις των συνανθρώπων του, πέφτοντας τελικά ο ίδιος θύμα των επιλογών του και της αφέλειάς του.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κινήθηκε και ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος Ντίνος Κατσουρίδης όταν αποφάσισε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες του Ζήκου.
Ο Ζήκος είναι ένας επαρχιώτης από το Καρπενήσι, που δουλεύει υπάλληλος στο μπακάλικο του κυρ Παντελή. Δείχνει ότι είναι ένας παμπόνηρος και θρασύς χωριάτης αλλά κατά βάθος είναι ένα καλοκάγαθο ανθρωπάκι. Του αρέσει μια όμορφη γειτονοπούλα, η Φιφίκα. Η Φιφίκα θέλοντας να παίξει μαζί του, προσποιείται ότι ανταποκρίνεται. Ο αφελής Ζήκος, ερωτευμένος στο φουλ, ονειροβατεί και πετάει στα σύννεφα.
Ο κυρ Παντελής, αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλει για λογαριασμό του τη νεαρή φίλη της Φιφίκας, την Λίτσα. Ο Ζήκος τον κοροϊδεύει για την επιλογή του, αλλά αυτός δεν πτοείται. Για να πετύχει τον στόχο του βάζει την κυρά Δέσποινα, την προξενήτρα της γειτονιάς, να τακτοποιήσει την υπόθεση και να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Έτσι ο κυρ Παντελής έρχεται σε συνεννόηση με τον πατέρα της Λίτσας, εν αγνοία της ίδιας, αποφασίζοντας να ανακοινώσουν στη νεαρή κοπέλα την ημέρα των γενεθλίων της, τους επικείμενους αρραβώνες.
Όμως τα πράγματα ανατρέπονται, καταστρέφοντας τα σχέδια του Ζήκου και του κυρ Παντελή, όταν κάνουν την εμφάνισή τους δύο άλλοι υποψήφιοι γαμπροί, οι αγαπημένοι των κοριτσιών...
Το σενάριο είναι απλούστατο και υποτυπώδες, σχεδόν προσχηματικό.
Οι σινεφίλ θα ήταν καλύτερα να μην ψάξουν σε αυτήν την ταινία για ιδιαιτερότητες και για πρωτοτυπίες. Τα πάντα εδώ είναι απλά και λιτά.
Αυτό που δεν είναι απλό και λιτό, και είναι μάλιστα ο λόγος που η ταινία αγαπήθηκε τόσο πολύ από το κοινό και σήμερα κατατάσσεται σε μία από τις καλύτερες κωμωδίες του εγχώριου κινηματογράφου, είναι η επιλογή των ηθοποιών για τους κεντρικούς ρόλους και οι εξαιρετικές ερμηνείες αυτών, σίγουρα υπό την ιδιοφυή καθοδήγηση του δημιουργού Ντίνου Κατσουρίδη, που στηρίζεται σε μια αντιφατική ισορροπία για να ενισχύσει το κωμικό στοιχείο. Οι βασικοί χαρακτήρες του συντηρούν και υποστηρίζουν για τον εαυτό τους μια εικόνα εντελώς αντίθετη από αυτό που πραγματικά είναι και από αυτό που εισπράττουν οι γύρω τους και οι θεατές.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος, ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, υπερκινητικότατος και απολαυστικότατος, θεωρεί τον εαυτό του «τσακάλι», άνθρωπο πανέξυπνο και γοητευτικό που μπορεί να σαγηνεύει όλες τις γυναίκες, επιλέγοντας αυτός ποια θα γίνει η εκλεκτή της καρδιάς του.
Από την άλλη, ο βραχύσωμος Νίκος Ρίζος, στον ρόλο του βαρύ και ασήκωτου μάγκα, περνιέται για «γίγαντας» έτοιμος να τα βάλει με όλους και με όλα αν χρειαστεί, για οποιαδήποτε αφορμή και αιτία, σοβαρή ή όχι.
Στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του ο εξηνταοκτάχρονος τότε Κώστας Δούκας, ερμηνεύει τον κυρ Παντελή, τον ηλικιωμένο παντοπώλη που νομίζει ότι με τα λεφτά του μπορεί να αγοράσει τα πάντα και τους πάντες και ορέγεται την κατά πολύ νεότερή του Λίτσα (Ντίνα Τριάντη).
Υπέροχοι είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί που συμπληρώνουν το καστ, με εξέχοντες την Μαρίκα Νέζερ στο ρόλο της προξενήτρας, και τον Νίκο Φέρμα, στο ρόλο του πατέρα της Λίτσας.
Στα συν είναι και η όμορφη και ταιριαστή μουσική του Γιώργου Μουζάκη, αλλά το μεγάλο ατού της ταινίας είναι οι σπαρταριστές ατάκες που ακούγονται ακατάπαυστα καθ’ όλη την διάρκεια της, ειδικά από τα χείλη του Κώστα Χατζηχρήστου, και είναι σχεδόν βέβαιο πως σε πολλά σημεία ο εξαίρετος ηθοποιός, ξεφεύγει κατά πολύ από το σενάριο και αυτοσχεδιάζει.
Πολλές από αυτές τις ατάκες είναι αξιομνημόνευτες, σκέτα φραστικά μαργαριτάρια που στην κυριολεξία κατακρεουργούν την ελληνική γλώσσα:
- «Σας μερσώ μαντάμ, ορεντουβάρ»
- «Στο λέει ο Ζήκος και να το ‘χεις υπό την υποψία σου»
- «Ψυχραμένοι είστε; Βλέπω μια ελαφρά ψυχρασία μεταξύ σας, πότε ψυχραστήκατε;»
- «Για κάνε πως χτυπάς, και αν δεν πάω στο υπουργείο υγρασίας να το αναφέρω γράψε μου»
- Κώστας Χατζηχρήστος: «...και με κρατάς και τον Ίκα! Ποιος είν' αυτός ο Ίκας;» Κώστας Δούκας: «Αυτό όλοι το πληρώνουν!» Κώστας Χατζηχρήστος: «Δεν το πληρώνω εγώ! Δε με φτάνει που δε με πληρώνεις, μου κρατάς και τον Ίκα! Και μου λες όλο υπομονή Ζήκο θ' αρρωστήσεις! Πότε θ' αρρωστήσω εγώ;»
- Νίκος Φέρμας: «Απορώ ρε Παντελή, πως τον ανέχεσαι τόσον καιρό!» (εννοεί τον Χατζηχρήστο) Κώστας Δούκας: «Τον βλέπεις τελευταία που έχει αδυνατίσει; Κάθε βράδυ στο φαΐ του τού βάζω από λίγο παραθείο!» Κώστας Χατζηχρήστος (βρίσκεται λίγο παραδίπλα): «Να μου κάνεις τη χάρη! Το άκουσα τι είπες, μου έβρισες το θείο!»






















Σχόλια - Facebook Comments