WWW.TASTV.GR

ΈΔΩΣΕ ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΡΙΚΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΥ ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕ

Έδωσα δέκα χιλιάρικα στον πατέρα μου για να μην του χρωστάω που με μεγάλωσε
Γύρισα στον πατέρα μου το χρέος που με μεγάλωσε και με το οποίο με εκβίαζε χρόνια


Καλησπέρα σας.

Δεν ξέρω πως να ξεκινήσω το μάλλον μεγάλο μου κείμενο, δεν ξέρω ειλικρινά γιατί το γράφω. Ίσως γιατί σας ανακάλυψα πρόσφατα και πάντα νιώθω μια τεράστια ανακούφιση που βλέπω τόσο όμορφα μυαλά να υπάρχουν ανάμεσα μας.

Κάπου θέλω να τα πω και τώρα είναι η στιγμή. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό.

Ονομάζομαι Ελπίδα και είμαι 35 ετών. Γεννήθηκα σε ένα ορεινό και δύσβατο χωριό 50 κατοίκων. Δεν ήταν μέρα χαράς. Δεν ήμουν αγόρι. Ναι μην σας φανεί παράξενο. Ακόμα και τότε σχετικά πρόσφατα υπήρχαν αυτά τα στερεότυπα. Και σήμερα υπάρχουν το ξέρω. Κάντε εικόνα όμως. Ένα ορεινό και δύσβατο χωριό μιας ακόμα μικρότερης πόλης.

Ο πατέρας μου ένιωσε απέραντη θλίψη με την γέννηση μου. Ένα αγόρι βλέπετε θα ήταν χρήσιμο για τα ζώα. Ζώα είχε και η οικογένεια ήταν φτωχή. Ναι, ήμασταν αρκετά φτωχοί. Η μάνα μου ήταν μια κλασική γυναίκα προηγούμενου αιώνα αγράμματη και αυτή όπως και ο πατέρας μου, που ξυπνούσε 4 το πρωί να κάνει ψωμί, να κάνει δουλειές, να πάει μαζί του στα ζώα.

Και εγώ μεγάλωνα. Λίγο με την γιαγιά, λίγο με τα γερόντια του χωριού. Και ήρθε η στιγμή να πάω δημοτικό. Και έπρεπε να με πηγαίνουν σε άλλο χωριό 40 λεπτά απόσταση. Αλλά μέσο δεν είχαν. Βρέθηκε λύση όμως και εγώ πήγα σχολείο.

    Και από την πρώτη μέρα το αγάπησα και σύντομα αν και μικρό παιδί κατάλαβα πως μόνο το σχολείο θα με σώσει από την μοίρα μου, που φαινόταν άσχημη και ζοφερή.

Τα χρόνια περνούσαν και εγώ μεγάλωνα. Μεγάλωνα με την λογική πως θα γίνω ένα ακόμα δουλικό.

Πήγαινα στα ζώα, έκανα δουλειές και δεν έλαβα ποτέ ούτε ένα χάδι, από την μάνα μου δεν άκουσα ποτέ ένα σ αγαπώ. Και διάβαζα. Διάβαζα το βράδυ τότε είχα χρόνο. Αλλά διάβαζα. Και στο γυμνάσιο ήμουν πρώτη μαθήτρια. Και ας με κορόιδευαν που φορούσα ρούχα παλιά. Και ας έκανα 1ωρα κάθε μέρα και παραπάνω για να πάω στην πόλη γιατί εκεί είχε σχολείο. Και ας φορούσα ρούχα άλλων που μου έδινε ο παπάς της ενορίας καλή του ώρα.

Γιατί χρήματα δεν είχαμε. Και τα λιγοστά που υπήρχαν δεν θα πήγαιναν για να ντυθεί η κόρη. “‘Αλλωστε το πράμα τελειώνει το γυμνάσιο και θα παντρευτεί” έτσι άκουγα να λένε οι γονείς μου.

    Και όπως μου έλεγε πάντα ο πατέρας μου “να λες ευχαριστώ που σε ζω και σε ταΐζω”.

Και κάπου εκεί προς το τέλος του γυμνασίου πάτησε πόδι ο διευθυντής. Καλή του ώρα και τον ευχαριστώ για όλα. Εξαιτίας του συνέχισα στο λύκειο. Γιατί οι γονείς μου 3 φόβους είχαν τον παπά – τον μορφωμένο και  “να μην μπούμε στα στόματα των άλλων”. Και εγώ συνέχισα να μεγαλώνω και να γίνομαι όμορφη θα έλεγα νεαρή. Και κάπου εκεί στην Β’ λυκείου γνώρισα τον πρώτο μου έρωτα.

Καλό παιδί, 18 ετών εκείνος. Πρώτη φορά ένιωσα το να σε νοιάζεται κάποιος. Πρώτη φορά ένιωσα πως κάποιος με βλέπει σαν άνθρωπο. Ώσπου μια μέρα με γύρισε σπίτι με το αυτοκίνητο μετά το σχολείο. Όπως καταλάβατε μπήκαμε στα στόματα.

Έφαγα ξύλο εκείνη τη μέρα πρώτη φορά. Έφαγα άσχημο ξύλο. Δεν πήγα σχολείο μια βδομάδα. Δεν ήμουν σε θέση να πάω και δεν άφηναν. Και έχω ακόμα ένα μικρό σημάδι κάτω από το αριστερό μου φρύδι για να μου θυμίζει το ξύλο και των 2 μου γονιών.

Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν. Με αποκαλούσαν θα το πω πιο κόσμια “πόρνη” που τους κάνει ρεζίλι στο χωριό. Και άλλα όμορφα επίθετα. Και τελικά η σχέση με τα πολλά τελείωσε όταν πήγαν οι ίδιοι στην πόλη στους γονείς του παιδιού και απαιτούσαν γάμο. Τρόμαξαν οι άνθρωποι και το θεωρώ και λογικό να μην θέλουν να με δουν.

Ο παπάς είχε άλλη άποψη και έκανε παρέμβαση όμως και έτσι εγώ ξαναπήγα σχολείο. Και τελείωσα πρώτη. Πρώτη πέρασα στην σχολή μου στην Αθήνα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Φυσικά ούτε λόγος να σπουδάσω.

    Έφαγα πάλι ξύλο γιατί αντέδρασα γιατί δεν ήθελα να παντρευτώ έναν 50+βοσκο που θέλανε. Αλλά ήμουν 18. Ήμουν ενήλικη πλέον.

Μας άκουσε όλο το χωριό εκείνη τη μέρα. Μετά το ξύλο ξεκίνησε νέος καυγάς. Έφαγα καρέκλες στο κεφάλι, πέταξα και εγώ για να αμυνθώ με κυνήγησε με το ζωνάρι του όπως έκανε πάντα άλλωστε για να με χτυπήσει. Και κάπως έτσι άρχισα να τρέχω και άρχισα να φωνάζω και στους δύο “φεύγω δεν θα με δείτε ποτέ ξανά”.

Και ενώ έφευγα εκείνος φώναζε “Αχάριστο πράμα μου χρωστάς. Μου χρωστάς 10 χιλιάρικα τόσα μου έφαγες για σε ταΐζω”. Έφυγα. Βρήκα βοήθεια από τον παλιό μου διευθυντή που θα του χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη και ξέρει πως τον έχω σαν πατέρα μέσα μου. Σαν τον πατέρα που θα ήθελα να έχω.

Με βοήθησε να σταθώ. Με βοήθησε να μπω σε εστία, να βρω δουλειά. Με βοήθησε να πάρω ανάσες. Και πήρα. Κάπως αργά αλλά πήρα. Πέρασα πολλά χρόνια με δουλειά, σκληρή δουλειά για να ζήσω και να σπουδάσω σε μια σχολή δύσκολη. Αλλά ζούσα. Όμορφα. Και αποφοίτησα με έπαινο. Και έλαβα και δώρο πτυχίου από τον διευθυντή και την σύζυγο του (Άννα, ξέρω πως θα το διαβάσεις σε ευχαριστώ για όλα).

Και έκανα και το μάστερ μου. Και στα 28 μου βρήκα δουλειά πάνω στο στοιχείο μου, αυτό που πάντα ήθελα να κάνω σε μεγάλη μητρόπολη του εξωτερικού. Έστρωσα τα ψυχολογικά μου με βοήθεια ειδικού, έβαλα σε τάξη την ζωή μου. Και φτάνουμε λίγο πριν ξεσπάσει ο κορονοϊός.

Στην δουλειά μου σήμερα και δεν το λέω με ίχνος έπαρσης αλλά είμαι φοβερή. Έχω ανέβει ψηλά. Έχω εξασφαλιστεί σε μόνιμη θέση σε εργασία που με γεμίζει και έχω μισθό πενταψήφιο κάθε μήνα με έξτρα τα μπόνους. Και όμως τα είχα όλα αυτά αλλά κάτι με ενοχλούσε.

Μετά από συζήτηση μεγάλη και βαθιά με γιατρό και σύντροφο κατάλαβα τι ήταν. Κυριολεκτικά ένα μήνα πριν ξεσπάσει ο κορονοϊός ήρθα Ελλάδα. Πήγα στο χωριό. Δεν με αναγνώρισε και κανείς. Τόσα χρόνια δεν είχα νέα τους δεν ήξεραν καν αν ζουν ακόμα.

Η μάνα μου βγήκε στην αυλή και δεν με γνώρισε. Της πήρε ένα δεκάλεπτο να καταλάβει. Άρχισε να τρέχει να με αγκαλιάσει αλλά ύψωσα τα χέρια. Ήταν μια ξένη για μένα. Της είπα τυπικά καλησπέρα και έβγαλε μια φωνή. Ο πατέρας μου βγήκε από το σπίτι και ούτε εκείνος με αναγνώρισε. Του είπα πως είμαι η Ελπίδα. Ήταν αμήχανο. Με κοίταζαν τους κοίταζα και προσπαθούσα να καταλάβω τι νιώθω.

Και δεν ένιωθα. Τίποτα. Μηδέν. Ούτε οργή είχα. Ούτε αδικία ένιωθα πλέον. Έψαχνα μάταια κάτι. Ένα συναίσθημα. Η μάνα μου άρχισε να κλαίει. Ο πατέρας μου είπε ένα “Σχωρα με αγράμματος είμαι”.

Του απάντησα πως μπορώ να συγχωρήσω την αμορφωσιά σας αλλά όχι την βία σας.

Έβγαλα έναν λογαριασμό και τον πέταξα στα πόδια του. Δεν κατάλαβε. “Το χρέος μου 10 χιλιάρικα και άλλα 10 τόκοι. Δεν σου χρωστάω” του είπα και έφυγα.

Προσπάθησε να προλάβει αλλά έφυγα. Και ένιωσα ανακούφιση.

Ελπίζω να μην σας κούρασα αλλά έπρεπε να βγει έστω και έτσι.

Να είστε καλά.

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments