
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΦΛΩΜΟΣ : ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΕΔΕΣΣΑΙΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ ΓIA THN ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟY ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
ΝΕΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΔΕΣΣΑΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ ΜΟΡΙΑΚΟΥ ΟΓΚΟΛΟΓΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΦΛΩΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΒΙΑΚΟ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ
Μόλις δημοσιεύτηκε η καινούργια εργασία της ερευνητικής ομάδας του Εδεσσαίου Επιστήμονα Μοριακού Ογκολόγου Γιώργου Σφλώμου πάνω στον λοβιακό καρκίνο του μαστού.
Αναφέρει πως «θέλω να πω ένα τεράστιο ευχαριστώ στις γυναίκες που δώρισαν τον όγκο τους για να γίνει αυτή η έρευνα και έτσι να βοηθήσουν μελλοντικά άλλους ασθενείς τόσο στην Ελβετία όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
Συνοπτικά ο λοβιακός καρκίνος του μαστού είναι ο δεύτερος συχνότερος καρκίνος στον μαστό, αντιστοιχώντας σε περίπου 15% του συνόλου των διηθητικών καρκινωμάτων μαστού (στατιστικά λίγο παραπάνω από τις περιπτώσεις μελανωμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο). Προέρχεται από κύτταρα που εντοπίζονται στα λοβία του μαστού, το εργοστάσιο δηλαδή παραγωγής μητρικού γάλακτος. Είναι ένας αρκετά απαιτητικός τύπος καρκίνου τόσο στη διάγνωση όσο και στην αντιμετώπισή του.
Στην εργασία αυτή πήραμε λοβιακά κύτταρα καρκίνου του μαστού είτε από κυτταρικές σειρές είτε από όγκους ασθενών και τα ''μεταμοσχεύσαμε'' απευθείας στους αγωγούς γάλακτος θηλυκών ποντικών. Δείξαμε ότι στα πειραματικά μοντέλα που δημιουργήσαμε για πρώτη φορά, τα καρκινικά κύτταρα αναπτύσσονται, εισβάλλουν και δημιουργούν μεταστάσεις (που είναι και η βασική αιτία που ο καρκίνος σκοτώνει) με παρόμοιο τρόπο όπως και στους ασθενείς. Η μοριακή ανάλυση των κυττάρων του λοβιακού καρκινώματος έδειξε ότι τα καρκινικά αυτά κύτταρα ρυθμίζουν ενεργά το εξωκυτταρικό μικρο-περιβάλλον τους. Η αναστολή ενός ενζύμου που είναι κρίσιμο για αυτή τη ρύθμιση επηρεάζει την ανάπτυξη και την εξέλιξη του όγκου, υποδηλώνοντας ότι αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί για νέες θεραπείες.
Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής είναι πολύ ελπιδοφόρα γιατί τα νέα μοντέλα λοβιακού καρκινώματος που έχουμε αναπτύξει και εκτενώς χαρακτηρίσει θα συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόησή μας για την ασθένεια. Το εύρημα ότι τα λοβιακά καρκινικά κύτταρα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες που τα περιβάλλουν και ότι τα ίδια εκκρίνουν πρωτεΐνες και ένζυμα (ήδη έχουμε εντοπίσει και στοχεύσει ένα συγκεκριμένο ένζυμο-φαρμακευτικό στόχο) που ελέγχουν τον εξωκυτταρικό μικροπεριβάλλον ανοίγει νέες στρατηγικές για θεραπεία».
Όπως αναφέρει στο προσωπικό του προφίλ στο facebook ο Εδεσσαίος επιστήμονας ερευνητής για τον καρκίνο:
«η πρόσφατη ερευνητική εργασία μας για τον καρκίνο του μαστού επιλέχθηκε για το εξώφυλλο του τεύχους του Μαρτίου από το Ευρωπαϊκό περιοδικό Μοριακής Ιατρικής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Μοριακής Βιολογίας (#ΕΜΒΟ). Στο εξώφυλλο βλέπουμε 6 χαρακτηριστικές εικόνες από βιολογικές δομές που μοιάζουν με την τελική πορολοβιακή μονάδα - TDLU, από όπου και ξεκινάει συνήθως ο καρκίνος του μαστού. Οι δομές αυτές δημιουργήθηκαν μεταμοσχεύοντας ανθρώπινα μεταστατικά καρκινικά κύτταρα προερχόμενα από διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα του μαστού στους γαλακτοφόρους αγωγούς πειραματικού ζωικού μοντέλου».
Μάλιστα τονίζει πως:
«Ο διακεκριμένος καθηγητής Sean Egan, Ph.D απο το Πανεπιστήμιο του Τορόντο και οι συνάδελφοι του επιμελώς σταχυολόγησαν, και παρουσιάζουν στον παρακάτω σύνδεσμο του Ευρωπαϊκού περιοδικού Μοριακής Ιατρικής, τα αποτελέσματα της εργασίας μας για τον διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα του μαστού στα πλαίσια της ιατρικής ακριβείας και μεταφραστικής έρευνας και θεραπευτικής του καρκίνου του μαστού.
Το λοβιακό καρκίνωμα του μαστού που προέρχεται από μεταλλαγμένα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα και εντοπίζονται στα λοβία του μαστού, δηλαδή στις περιοχές/''εργοστάσια'' παραγωγής γάλακτος. αποτελεί τη δεύτερη συχνότερη μορφή καρκίνου του μαστού στις γυναίκες, ενώ εμφανίζεται σπάνια ή και ποτέ στους άντρες και είναι σε υψηλό βαθμό ορμονοεξαρτώμενος (οιστρογόνα και προγεσταγόνα).
Έχει μοναδικά κλινικά, παθολογικά και ακτινογραφικά χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ότι είναι μια ξεχωριστή κλινική οντότητα. Ωστόσο, αντιμετωπίζεται με τα ίδια πρότυπα θεραπείας όπως και οι υπόλοιποι καρκίνοι του μαστού.
Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού κατά τη διάρκεια ζωής για γυναίκες με παθογόνες μεταλλάξεις στο γονίδιο CDH1 που κωδικοποιεί για την επιθηλιακή καδερίνη εκτιμάται ότι είναι 39%- 52%, ενώ συνιστάται οι γυναίκες να ξεκινούν μαστογραφίες στην ηλικία των 30 ετών καθώς και μαγνητική τομογραφία, δεδομένου του κινδύνου λοβιακής ιστολογίας που είναι δύσκολος στη διάγνωση με συμβατικές μεθόδους διάγνωσης (μαστογραφία/υπερηχογράφημα)».
Ο σύνδεσμος σε ελεύθερη διαδικτυακή πρόσβαση https://www.embopress.org/doi/full/10.15252/emmm.202013807

Σχόλια - Facebook Comments