....

Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΣΑΜΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΔΙΑΒΑΤΩΝ

 «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΜΑΝΤΑΛΑ ΒΑΡΙΑ…»

(Οδοιπορικό στις Φυλακές Διαβατών)

   Αν και η ετυμολογία επιμένει ότι «Διαβατά» είναι τα μέρη που μπορείς εύκολα να τα διαβείς, σε τούτο δω το φρούριο που στέκει δεξιά του δρόμου με τα στεφανωτά συρματοπλέγματα στο διάζωμα και τις αραιές πολεμίστρες εύκολα μπαίνεις μα δύσκολα βγαίνεις ή μάλλον ο χρόνος έχει άλλες εξόχως ράθυμες ιδιότητες, κι ενώ άβολα κοιμάσαι τον ύπνο του αδίκου εξακολουθείς να ονειρεύεσαι ξαστεριά, ανασαίνεις κι ελπίζεις, αντιμάχεσαι τον αριθμό που θέλει να σου καταργήσει το όνομα, μουλιάζεις από την νοτιά παρόλα ταύτα φαίνεσαι στεγνός, συρρικνώνεις εκ των πραγμάτων το λεξιλόγιό σου ωστόσο σπουδάζεις ακατάπαυστα τη γλώσσα της ψυχής, επικοινωνείς με τα διερχόμενα σύννεφα και τον ακριβό ήλιο, ζωγραφίζεις με νεύματα στον λερωμένο τοίχο τους πίνακές σου, κάθε τόσο χαϊδεύεις τη γρίλια από το μονόματο μπας και τη λιώσεις, εξοικειώνεσαι σαν ακροβάτης με τις σκονισμένες αχτίδες, εκείνη τη μύγα που τριγυρίζει στο κελί σου όχι μόνον δεν την εχθρεύεσαι αλλά της δίνεις και όνομα, αφουγκράζεσαι τον αιώνιο πονεμένο αντίλαλο των προκατόχων σου, μελαγχολείς και θυμώνεις μπροστά στον ξεθωριασμένο καθρέφτη, θεμελιώνεις τους δικούς σου κανόνες αυτοκριτικής κλαίγοντας κρυφά να μην παρασύρεις και τους ομοιοπαθείς φίλους σου, κρατάς σφιχτά στον κόρφο εκείνο το σκονάκι με την ιερότερη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ανεξάρτητα από το ποιος άνθρωπος την απολαμβάνει ακέραια, συντονίζεις στο διάλειμμα τα νευρικά παλινδρομικά βήματα με την παρέα σου, γίνεσαι έρμαιο του νέου βιορυθμού εκείνου που σε σκουντάει την αυγή να ονειρευτείς στο ξύπνιο σου, θεωρείς εκείνο το εν πολλοίς εξαρτησιογόνο αλλά απαγορευμένο για σένα κινητό σαν την μέγιστη εφεύρεση, βάζεις τον έρωτα προσωρινά σε καραντίνα, αδιαφορείς για τα πάμπολλα πάθη ημών των ελεύθερων (μάλλον πολιορκημένων), τα μνημόνια  και τα μνημόσυνα, ρουφάς το τσιγάρο σου για παρηγοριά, αναμοχλεύεις αγαπημένες μελωδίες με εύστοχους στίχους και όταν βρεις ευκαιρία φέρνεις και δυο εκφραστικότατες στροφές στο άκουσμα εκείνου ντε του τσιτσάνειου άσματος «της γερακίνας γιος», προσφέρεις με τη μελαγχολική σου μορφή ένα πλέριο χαμόγελο στους επισκέπτες οργανοπαίχτες και δέχεσαι με συγκρατημένη αισιοδοξία τις ευχές τους για γρήγορη κι οριστική απόδραση.

 

Χρ. Σαμαντάς

 

Υ.Γ. Δεν μπορείς ποτέ να εξοικειωθείς με το περιβάλλον της φυλακής, έστω και σαν επισκέπτης διασκεδαστής. Γίνεται η καρδιά σου ένα κουβάρι. Η προχθεσινή μας επαφή ήταν με κρατούμενους - νεαρά παιδιά, που έχουν το κουράγιο και φοιτούν στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των Φυλακών. Κι επειδή κατά τον Πάολο Κοέλιο κάθε μέρα κυοφορεί την αιωνιότητα, νομίζω ότι επιστρέψαμε καλύτεροι.           

 

Χρ. Σαμ.

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments