....

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: ΚΑΛΑΝΤΑ

Δυο παιδιά λένε τα κάλαντα. Ανοιγοκλείνουν το στόμα τους, μπαίνει δυνατή παγωνιά, βγαίνει αδύνατη φωνή.

Όταν δεν τραγουδάνε, κοιτάζουν γύρω με απορία, από πού μπαίνει τόσο κρύο; Ύστερα αρχίζουν τα τρίγωνα.

    Ένα παιδί ανηφορίζει το δρόμο, χωμένο μέσα σ’ ένα τεράστιο αληθινό δένδρο. Χριστουγεννιάτικο. Το πάει σε κάποιο σπίτι. Ψάχνει να βρει τον αριθμό του σπιτιού παραμερίζοντας τα κλαδιά από το πρόσωπό του. Τα χέρια του είναι μελανά, κοκαλιασμένα. Σαν δύο μεγάλοι ρόζοι του χριστουγεννιάτικου δένδρου.

    Ένα κορίτσι βγαίνει από ένα σπίτι, κρατώντας στο ένα χέρι ένα ταψί με τη γαλοπούλα, και στο άλλο μια λαμαρίνα με κουραμπιέδες. Ασφαλώς δεν είναι η μάνα του που του έδωσε να κρατάει αυτά τα βάρη. Ένα κορίτσι σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο ξένα βάρη.

    Τα παιδιά που λένε τα κάλαντα κοιτάζουν το παιδί που κουβαλάει το δένδρο. Θα ‘θελαν να ‘ναι στη θέση του. Το παιδί που κουβαλάει το δένδρο κοιτάζει τα παιδιά που λένε τα κάλαντα. Θα προτιμούσε να τα λέει. Το κορίτσι θα προτιμούσε τούτο ή εκείνο αντί για τη δική της δουλειά.

    Κι ενώ τα παιδιά ανταλλάσσουν νοερά θέσεις και καταστάσεις, μια κυρία χτυπάει απελπισμένα το κουδούνι μιας πόρτας, χωρίς αποτέλεσμα. Σε κάθε κουδούνισμα της απαντάει η αγριοφωνάρα της νοικοκυράς: Τα είπαν άλλοι…

    Η επισκέπτρια, που είχε φαίνεται εκληφθεί ως καλανταδόρισσα, κατανικάει κάποτε τη ντροπή της και ξεσπάει, ευλογημένη, δε θέλω να τα πω… Η κουμπάρα σου η Πίτσα είμαι! Άνοιξε πια ξεπάγιασα!

    Η πόρτα ανοίγει, η κουμπάρα μπαίνει. Λοιπόν είναι περίεργο. Τα παιδιά δε γελάνε. Παρά γυρίζουν τόσο έκπληκτα, τόσο έκθαμβα, σάμπως το ύψιστο, το σημαντικότερο πράγμα να μην είναι τίποτα άλλο παρά μια πόρτα που σου ανοίγει.

    Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά…

    Τα είπαν άλλοι βέβαια. Όλα αυτά.

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments