......

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΣΑΠΙΔΗΣ : ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΣΥΝΘΕΣΗ

 

I

                Ανηφορίζω στο πιο ανθόσπαρτο και συνάμα πιο αποκρουστικό βουνό, ν’ αφουγκραστώ  τις φωνές του παρελθόντος. Ανάμικτα  συναισθήματα σφίγγουν την ψυχή μου. Τα μονοπάτια είναι τόσο χορταριασμένα που δεν μπορείς να τα διαβείς. Δύσκολα φτάνεις στις κρυστάλλινες πηγές του να ξαποστάσεις.

                Τούτο το βουνό ο Πάσχος, o γέρο-τσέλιγκας δεν το πατεί .γιατί  λέει το ακούει να πονάει. Ο αγέρας ίσα που το χαϊδολογεί μη τύχη και σηκώσει τη βελούδινη στάχτη που τ’ αγκαλιάζει χρόνια.

II

                Ο κουρνιαχτός του κακού καταλάγιασε μα οι φωνές δεν ηρέμησαν, δεν ησύχασαν. Οι βοσκοί μου λέει, τιμούν με ευλάβεια τις αδικοχαμένες ψυχές που δεν είχαν ακόμα ζηλέψει τη ζωή κι ούτε πρόφτασαν να σκιρτήσουν στην αγκαλιά του γυρισμού της μάνας, μεσ’ στη χαρά και τη λαχτάρα.

                Κόκκαλα αγκαλιασμένα ρηχά στο χώμα, μοιάζουν με σταλαγμίτες χάλκινους, που ξεπροβάλουν δακρυσμένοι.

III

                Τα ζωντανά δεν αγγίζουν τη χλόη προσπερνούν τα κλαράκια κι ούτε τις πέτρες πατούν. Τα γαλάρια νοιάζονται τα μικρά να προσέξουν τούτο τον τόπο. Τ’ αγρίμια, τα ερπετά από μακριά τον χαίρονται και τα πουλιά ολημερίς λαλούν θλιμμένα.

                Η σιγή βυθίζει το νου σε στοχασμούς καλεί τα χαμένα παλληκάρια. Όλος ο τόπος έγινε μνημείο γενναίων με αίμα ξερό μπηγμένο στη γης βάφοντας το χρόνο ,φτιάχνοντας μοναδική ιστορία. Μνημείο παιδιών του άγνωστου έρωτα που δεν πρόλαβαν ούτε οι μάνες να τ’ αγαπήσουν όταν τις αιφνιδίασαν.

IV

                Βαθύ σύννεφο σαν τεράστιο βρεγμένο μαυρομάντηλο σκεπάζει το φώς. Οι άκρες του δακρυσμένες ακουμπούν τις πλαγίες του λόφου θέλοντας να κρύψουν τις πληγές του περασμένου γκρίζου αιώνα.

V

Ακουμπά  το μέτωπο πάνω στη γκλίτσα του και μοιρολογεί ψιθυριστά για τ’ αγριεμένα εκείνα χρόνια που μάνες χτυπήθηκαν αλύπητα από δύο απρόσμενες λαχτάρες. Την μια ραίνουν  μ’ ευωδιαστό βασιλικό, την άλλη με μυρωδάτο δυόσμο.

                Επικρατεί ηρεμία. Ένα   βιολοντσέλο ακουμπισμένο στο ματωμένο λόφο ξεκουράζει τις ατσάλινες χορδές του μετά από θλιβερό κοντσέρτο.

                Το βλέμμα και η σκέψη  χαμηλά. σκόνη και στάχτη γίνανε  λίπασμα στο καταπράσινο χορτάρι και απλώνεται ουράνια σιγή στο χώρο και στο χρόνο, να ξεχαστούν οι ωδίνες των αντικρουόμενων αισθημάτων. Η νύχτα μαύρο μαντήλι θρηνεί, σπαρταρά. Και κει σε μια γωνιά το φεγγάρι κλαίει γονατιστό.

VI

                Ο γέρο τσέλιγκας ψηλός, με μαλλιά πλουμιστά να πετιούνται σαν άσπρα περιστέρια μέσα απ’ το καλπάκι του, ορθώνεται χαϊδεύοντας το χελιδονοκομμένο μουστάκι του. Φαντάζει τόσο λαμπερός! Σα να’ χει βγει από ειρωνικό λευκό ερημοκκλήσι.

VII

                Έριξε στη πλάτη την πολέμια κάπα των κακών καιρών ,έβαλε την άγρυπνη γκλίτσα  στον ώμο ,κρέμασε τα χέρια πάνω της και κυρίαρχος του χώρου με το κεφάλι ψηλά χωρίς μιλιά ,(κρυφή προσευχή στον αέρα) κίνησε προς το φως περνώντας το μονοπάτι του ήλιου για τον αντικρινό λόφο.

VIII

                Κοντοστάθηκε και μου φώναξε, Τιμούμε τούτο το μέρος. Πήραν άλλοι τις αποφάσεις για την μεγάλη σφαγή, είπε. Μα εμείς το μαντρί της σιωπής το κρατάμε καθαρό.

                Την ημέρα το φιλάμε τσοπαναραίοι την νύχτα τσομπανόσκυλα. Δεν θ’ αφήσουμε άλλο πια ιδέες μίσους και διχασμού να ξανανθίσουν σε τρυφερές ψυχές που θα τις κατασπαράξουν άγρια αχυράνθρωποι ,σαν λυσσασμένοι λύκοι.

                Λίγο πιο κάτω στην απέναντι πλαγιά, έπεσαν μαχόμενα για την ιδέα της πατρίδας, τα δυο μου αδέρφια.

                Σε τούτο το ύψωμα όμως έχασα δυο ανίψια το «49» στην ηττημένη αδελφοσφαγή για τη δόξα του μίσους. Προσέξτε παλικάρια η γενιά σας είναι φιλειρηνική. Μείνετε ενωμένοι. Μη σας κοροϊδέψουνε οι ξένοι κουρεύοντας σας, όπως κουρεύω εγώ τα ζωντανά μου και σας πουλήσουν, σαν τον κουρόγιδων το μαλλί, που ‘ναι ευτελές και στην τιμή το τελευταίο.

                Τα θύματα και των δυο πλευρών τώρα μας έχουν ανάγκη, να μεγαλώσουμε με ειρήνη τα παιδία τους .Αυτά τα λίγα είχα να σας πω.

                Να φυλάγεστε . μη παρασύρεστε από μεγαλοστομίες. Κανείς από αυτούς δεν θα σας προστατέψει .Κακόβουλα είναι τα κίνητρα τους .Να ‘στε το φώς στην σκοτεινιά που δεν φοβάται τίποτα. Να ‘στε η λαμπερή δικαιοσύνη του ήλιου που δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς πίσω από αυτήν, γιατί μάχεται και αντιστέκεται το σκοτάδι, με φωτεινό πνεύμα που πάντα νικάει.

 

 

 

IX

                Έβαλα το στέρνο φετινής χρονιάρας προβατίνας αντίκρυ στον ήλιο και είδα να ‘χει χρώμα μαύρο. Παρατήρησα το κόκκαλο στην άκρη και οι γραμμές του ήταν μελανιές .Έριξα τα κότσια στη γης κα στάθηκαν σούζα που πάει να πει ,πως θέλει προσοχή, γιατί τα χρόνια θα ‘ναι πεσμένα. Μην σκύψετε το κεφάλι σε κανέναν πανέμορφα νιάτα. Μην πάτε σαν πρόβατα στη σφαγή. Είστε έξυπνοι. Σκαφτείτε μην καταλήξετε όπως ετούτο το καταραμένο μαντρί που καμαρώνεις.

 

X

                Πέτρες πολλές πέτρες και δίπλα αγριολούλουδα θλιμμένα σαν μάνες που παραστέκουν ξάγρυπνες τα άρρωστα μικρά τους. Πιο κάτω κι άλλες πέτρες κι άλλα αγριολούλουδα. Η χλόη φτιάχνει χαμηλά κεράκια που τρεμοσβήνουν με τόσο δα αεράκι. Παπαρούνες σφίγγουν δυνατά στον κόρφο τους μαύρο κατάμαυρο αιματοβαμμένο σταυρό. Πέρα δώθε αιωρούνται θυμιάματα και τα τετράφυλλα τριφύλλια στέκουν ανεκτίμητα σύμβολα τύχης. Το ειρηνικό χαμομήλι, σάβανο λευκό, σκεπάζει και ζεσταίνει κόκαλα που κάποτε έπεσαν βίαια. Κι είναι η χορταριασμένη πράνα αιώνια και δυνατή που τα σφιχταγκαλιάζει , ίδια μάνα. Η στάχτη τους θυμίαμα που εξατμίζεται στο σύμπαν και τ’ αεράκι θεέ μου έρχεται απαλό και τα δροσίζει όλα μαζί και μένα.

XI

                Απρόσεχτα πατώ μια πέτρα. Ξαφνιάζομαι ακούγοντας γλυκιά φωνή ανάκατη με ρόγχο να λέει μανούλα. Τα ματόκλαδα λύγισαν σαν αδύνατα κλαδιά που τα τσάκισε η μπόρα.

                Θα ‘φταιξε της ψυχής ο κρύος άνεμος. σκέφτηκα. Θα ‘φταιξε η αρμύρα απ’ τα δάκρυα που σημάδεψαν το χώμα. Τ’ αγριολούλουδο δεν άντεξε. Λύγισε απ’ το βάρος του πόνου κι έσκυψε  στην πέτρα τρυφερά να της ψιθυρίσει λόγια που σκόρπισαν άρωμα στον αέρα.

XII

                Δεν άντεξα .Έσκυψα το κεφάλι χαμηλά προσπαθώντας να κρύψω την καταιγίδα των ματιών μου. Η θέα πανοραμική γύρω μου πανύψηλες κορφές βουνών πλέκουν στεφάνι στην πικραμένη γη .Η πλαγιά αμάραντη σύνθεση στην άστοχη αυτή ιστορία. Στο βάθος η ασπρόμαυρη πολιτεία, φανερά θλιμμένη, μοιάζει κρεμασμένη από νεροκλωστή που προσπαθεί να ισορροπήσει.

 

 

 


XIII

Τέντωσα την παλάμη πιεστικά στο μέτωπο και με επίμονη ματιά λύγισα την απόσταση σε στιβαρό τόξο στα χέρια μου.

Τότε οι φακοί  θαμπωμένοι άνοιξαν παράθυρα ως κάτω κι άπλωσα τα χέρια ν’ απιθώσω απαλά την εικόνα μου στην πιο τρυφερή μου ηλικία. Παιδί στο στενοσόκακο να σέρνει σε  δίτροχο καρότσι ραγισμένα ιδανικά με σάπια αποφάγια.


 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments