Αγαπημένο του τραγούδι ήταν –και παραμένει– το «Γέλα πουλί μου» των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα. Το έπαιζαν με τους φίλους του από το γυμνάσιο και το λύκειο στα live τους με το συγκρότημα που είχαν φτιάξει· «Ωρίων» λεγόταν, από τον περίφημο κυνηγό της ελληνικής μυθολογίας. Ο ίδιος ήταν ο ντράμερ. Το λάτρεψε από την πρώτη φορά που το άκουσε, όχι μόνο για τη μουσική αλλά και για τους στίχους του, ιδιαίτερα για τη φράση «τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά», που με τα χρόνια έγινε μότο της παρέας.
Πράγματι, στη ζωή του Οδυσσέα Τσενάι τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Εφτασε στην Ελλάδα το 1997, σε ηλικία 12 ετών, με τους γονείς του, Αλβανούς μετανάστες. Εγκαταστάθηκαν στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Το 2004 έφυγε ξανά, αυτή τη φορά για τις ΗΠΑ. Σήμερα εργάζεται ως παθολογοανατόμος και διδάσκει στο NYU Langone Health, ένα από τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιατρικά κέντρα των ΗΠΑ. Ζει στη Νέα Υόρκη με την επίσης αλβανικής καταγωγής σύζυγό του Μπλέρτα και τα δύο παιδιά τους – την επτάχρονη κόρη και τον τρίχρονο γιο τους. Κι όμως, τίποτα δεν έχει αλλάξει. «Οι καλύτεροι φίλοι μου είναι ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Ο Θοδωρής, ο Στράτος, ο Μάνος, η Ελισάβετ. Εδώ δεν έχω κάνει πραγματικές φιλίες, δυνατές, όπως αυτές που χτίζονται στα μαθητικά χρόνια», λέει καθώς τρώμε θαλασσινά μεζεδάκια και πίνουμε λευκό κρασί από το Κτήμα Γεροβασιλείου –θεσσαλονικιώτικο κι αυτό– στο ελληνικό εστιατόριο Agnanti στην Αστόρια.
Τέτοιες μέρες, το 2003, ο Οδυσσέας, ως αριστούχος μαθητής του Λυκείου Νέας Μηχανιώνας, ετοιμαζόταν να συμμετάσχει στην παρέλαση για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου κρατώντας την ελληνική σημαία. Αυτό δεν έγινε. Λόγω αντιδράσεων ρατσισμού και σωβινισμού από μερίδα γονέων και τοπικών ακροδεξιών κύκλων με αφορμή την καταγωγή του –ακριβώς όπως είχε συμβεί το 2000, όταν θα ήταν σημαιοφόρος του γυμνασίου του– εκείνος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του, για να εκτονωθεί η ένταση. «Για το καλό της κοινωνίας και για να μη στενοχωρηθούν οι συμμαθητές μου», όπως είπε τότε. Η κουβέντα μας ξεκινάει αναπόφευκτα από εκείνη την εμπειρία, που σημάδεψε την εφηβεία του.
– Πώς ήταν για έναν έφηβο να ακούει το σύνθημα «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ»;
– Ζόρικη συνθήκη, επώδυνη, δεν θα το κρύψω. Στην αρχή είχα θυμώσει πολύ. Ομως στην πορεία, καθώς δέχθηκα ένα τεράστιο κύμα συμπαράστασης από όλη την Ελλάδα, από ανθρώπους που δεν με γνώριζαν καν, ο θυμός υποχώρησε. Αλλωστε, ήταν λίγοι εκείνοι που μου επιτέθηκαν με τόση εχθρικότητα· απλώς έκαναν πολλή φασαρία.
– Δεν σας έχει μείνει καθόλου πίκρα, δηλαδή;
– Οχι. Με τον καιρό, μάλιστα, συνειδητοποίησα πως όσα βίωσα τότε με αφορμή τις δύο παρελάσεις με έκαναν πιο δυνατό και ήταν πολύτιμο μάθημα. Ακόμη το κουβαλάω και προσπαθώ, σε διάφορες περιστάσεις, να το εφαρμόζω: Αφησέ τους να φωνάζουν, ακόμη και να ουρλιάζουν. Κλείσε τα αυτιά σου και προχώρησε προς την κατεύθυνση που έχεις επιλέξει. Μην τους δώσεις την ευκαιρία να σε νικήσουν κάνοντάς σε να οπισθοχωρήσεις ή να αλλάξεις ρότα.
– Τι θυμάστε πιο έντονα από τη Νέα Μηχανιώνα;
– Η ζωή μας ήταν φτωχική και μετρημένη. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου εργάζονταν και οι δύο σε βιοτεχνία διχτυών για να τα βγάλουμε πέρα. Αλλά τη θυμάμαι εκείνη την εποχή με νοσταλγία. Οταν το 1997 φτάσαμε εκεί από την πόλη Σκόδρα της βορειοδυτικής Αλβανίας, όλοι οι γείτονες μας υποδέχθηκαν με ζεστασιά και μας άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτό είναι για μένα το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας: της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης.

– Στις ΗΠΑ πώς βρεθήκατε;
– Είναι μια ιστορία σχεδόν μυθιστορηματική και βασίζεται σε αυτά που μόλις σας ανέφερα: στην ενσυναίσθηση και στην αλληλεγγύη. Λίγες ημέρες μετά την παρέλαση του 2003, στην οποία δεν συμμετείχα λόγω των αντιδράσεων, ένας άγνωστος άνδρας χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας. Τον υποδεχθήκαμε οι γονείς μου, η γιαγιά μου και εγώ. Ηταν ο δρ Στέλιος Παπαδόπουλος, γεννημένος και μεγαλωμένος στην περιοχή Χαριλάου και ηγετική μορφή της βιοτεχνολογίας στις ΗΠΑ, όπου είχε μεταναστεύσει στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όπως θα μαθαίναμε στη συνέχεια. Μας είπε ότι είχε ζήσει και ο ίδιος κάτι αντίστοιχο όταν, για πολιτικούς λόγους, την ταραγμένη περίοδο της Αποστασίας, του είχαν στερήσει τη δυνατότητα να παρελάσει με τη σημαία, ως αριστούχος του θρυλικού 5ου Γυμνασίου Αρρένων. Δήλωσε πρόθυμος να με βοηθήσει.
– Πώς αντέδρασαν οι γονείς σας; Τον εμπιστεύθηκαν;
– Είναι περίεργο αλλά, ναι, αμέσως. Αν και ήταν κάπως σουρεαλιστικό όλο αυτό που ζούσαμε –σαν να είχε περάσει ο ίδιος ο Αγιος Βασίλης από το σπίτι μας, χωρίς να είναι Χριστούγεννα (γέλια)– μας κέρδισε μεμιάς. Με την καθοδήγησή του έστειλα αιτήσεις σε διάφορα αμερικανικά πανεπιστήμια και, στο τέλος της Γ΄ Λυκείου, μολονότι είχα περάσει στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, έφυγα για τις ΗΠΑ. Καθοριστική ήταν η στήριξη του Fondation Santé και είμαι πάντα ευγνώμων τόσο στον δρα Παπαδόπουλο όσο και στη Φούλα Τσάπελ. Αποφοίτησα από το Boston College, όπου σπούδασα Φυσική, και συνέχισα με σπουδές Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Harvard, όπου έκανα το διδακτορικό μου. Πάλι Ελληνες βρέθηκαν στον δρόμο μου: ο καθηγητής Κυτταρικής Βιολογίας Σπύρος Αρταβάνης-Τσάκωνας και ο μέντοράς μου, Ιωάννης Αϋφαντής, σημερινός πρόεδρος του Τμήματος Παθολογοανατομίας στο NYU Grossman School of Medicine της Νέας Υόρκης.
– Τι σας συναρπάζει στην παθολογοανατομία; Γιατί την επιλέξατε;
– Ηδη από φοιτητής είχα παθιαστεί με το μικροσκόπιο. Ο Σπύρος Αρταβάνης-Τσάκωνας, στο εργαστήριο του οποίου θήτευσα, με πείραζε: «Ξεκόλλα πια από το μικροσκόπιο, θα τυφλωθείς!» (γέλια). Η παθολογοανατομία συνδυάζει την παρατηρητικότητα με την αναλυτική σκέψη και μετατρέπει τη μορφολογία σε κλινικά καθοριστική πληροφορία. Μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε, μέσα από τις μικροσκοπικές μεταβολές των ιστών, τους μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από μια νόσο. Με γοητεύει η ιδέα ότι πίσω από κάθε κύτταρο κρύβεται μια ιστορία που πρέπει να ερμηνευθεί σωστά, γιατί αυτή η ερμηνεία μπορεί να αλλάξει την πορεία ενός ασθενούς και να τον σώσει.
Από φοιτητής είχα παθιαστεί με το μικροσκόπιο. Με γοητεύει η ιδέα ότι πίσω από κάθε κύτταρο κρύβεται μια ιστορία που πρέπει να ερμηνευθεί σωστά, γιατί αυτή η ερμηνεία μπορεί να αλλάξει την πορεία ενός ασθενούς και να τον σώσει.
– Στην Αμερική τι έχετε εκτιμήσει;
– Αν και εδώ είναι δύσκολο να συνδεθείς ουσιαστικά με ανθρώπους, όπως συμβαίνει σε χώρες σαν την Αλβανία και την Ελλάδα, όπου οι δεσμοί της κοινότητας είναι πολύ πιο ισχυροί, επικρατεί αξιοκρατία. Οχι ότι δεν υπάρχουν φαινόμενα νεποτισμού και υπόγειες διαδρομές, όμως θεωρώ ότι αποτελούν εξαιρέσεις σε ένα σύστημα όπου, κατά κανόνα, όποιος εργάζεται σκληρά έχει τη δυνατότητα να ανταμειφθεί και να προοδεύσει.
– Υπάρχει κάποια συμβουλή που δίνετε στους φοιτητές σας, πέραν των επιστημονικών θεμάτων;
– Σε μεγάλο ποσοστό είναι και εκείνοι μετανάστες, κουβαλούν διαφορετικές κουλτούρες και αξίες από τις χώρες τους. Τους λέω να μη μετρούν το μπόι τους με βάση τους άλλους, να μην αναλώνονται σε συγκρίσεις, αλλά να μένουν προσηλωμένοι στους στόχους τους και να μην παρεκκλίνουν από αυτούς. Σημασία έχει να κοιτάζουν μπροστά, να δουλεύουν με συνέπεια και να μην αφήνουν τις φωνές –ή τις κραυγές, όπως στη δική μου περίπτωση– των άλλων να καθορίζουν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν.
– Οι γονείς σας πού βρίσκονται σήμερα;
– Λίγα χρόνια αφότου έφυγα από την Ελλάδα, με ακολούθησαν στις ΗΠΑ. Απέκτησαν βίζα και πράσινη κάρτα μέσω του επίσημου προγράμματος κλήρωσης μεταναστών. Τα τελευταία χρόνια ζουν στη Φλόριντα, με τις μικρότερες αδελφές μου. Ο πατέρας μου είναι πια συνταξιούχος, η μητέρα μου εργάζεται ακόμη. Και εκείνοι νοσταλγούν την Ελλάδα. «Μην τυχόν και δεν μάθουν ελληνικά τα εγγόνια μας!», λένε κάθε φορά που μιλάμε. Ελπίζω να τα καταφέρω, γιατί τα πεθερικά μου επιμένουν στα αλβανικά και έτσι βιώνω ένα καθημερινό οικογενειακό μπρα ντε φερ (γέλια).
– Εχετε σκεφτεί πώς θα ήταν η ζωή σας αν δεν είχατε δεχθεί εκείνη την επίσκεψη από τον δρα Παπαδόπουλο;
– Πιθανότατα θα εργαζόμουν ως μηχανολόγος στη Θεσσαλονίκη, που για εμένα είναι η ωραιότερη πόλη του κόσμου. Ειλικρινά, μου λείπει πολύ. Εκεί, μπροστά στον Λευκό Πύργο, έκανα πρόταση γάμου στην Μπλέρτα, που είναι το αστέρι που με οδηγεί στη ζωή. Δυστυχώς, από την πανδημία και μετά δεν μας έχει δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψουμε.
«Μην τυχόν και δεν μάθουν ελληνικά τα εγγόνια μας!», λένε (σ.σ. οι γονείς του) κάθε φορά που μιλάμε. Ελπίζω να τα καταφέρω, γιατί τα πεθερικά μου επιμένουν στα αλβανικά και έτσι βιώνω ένα καθημερινό οικογενειακό μπρα ντε φερ.
– Μια εικόνα για το μέλλον που σας κάνει να χαμογελάτε;
– Να έχουμε βγει στη σύνταξη με την Μπλέρτα, να είμαστε υγιείς, τα παιδιά μας να έχουν χαράξει τις δικές τους προσωπικές και επαγγελματικές πορείες στις ΗΠΑ ή όπου αλλού επιλέξουν κι εμείς να ζούμε κάπου στη Θεσσαλονίκη, κοντά στη θάλασσα. Ακόμη και στη Νέα Μηχανιώνα, γιατί όχι;


Σχόλια - Facebook Comments