Στην απόσυρση της διάταξης που προέβλεπε την κατάργηση της πληρωμής με μετρητά κατά την παράδοση προϊόντων μέσω κούριερ, προσανατολίζεται το οικονομικό επιτελείο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η επίμαχη διάταξη δεν πρόκειται να περιληφθεί στο τελικό κείμενο του νομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά τις έντονες αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν, αλλά και τα νομικά ζητήματα που προέκυψαν σε σχέση με το ισχύον καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπονται οι συναλλαγές με μετρητά για ποσά κάτω των 500 ευρώ.
Παρότι η κυβέρνηση διατηρεί ως βασικό στόχο την επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, εκτιμάται ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα δημιουργούσε στρεβλώσεις, χωρίς να διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση του φυσικού και του ηλεκτρονικού εμπορίου. Για τον λόγο αυτό, φαίνεται να αποσύρεται πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.
Η διάταξη προέβλεπε ότι, όταν ένα προϊόν αποστέλλεται σε ιδιώτη μέσω κούριερ και εξοφλείται κατά την παράδοση, η πληρωμή θα πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό μέσο, όπως τραπεζική κάρτα ή e-banking, ανεξαρτήτως της αξίας της συναλλαγής. Μάλιστα, η αποδοχή μετρητών από την εταιρεία ταχυμεταφορών θα επέφερε πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.
Οι λόγοι
Η βασική ένσταση σύμφωνα με το capital.gr, αφορά τη διαφορετική μεταχείριση της ίδιας συναλλαγής, ανάλογα με τον τρόπο παράδοσης του προϊόντος.
Για παράδειγμα, ένας καταναλωτής θα μπορούσε να αγοράσει ένα προϊόν αξίας 200 ευρώ από φυσικό κατάστημα και να πληρώσει με μετρητά, καθώς η υποχρεωτική ηλεκτρονική εξόφληση αφορά συναλλαγές αξίας 500 ευρώ και άνω. Εάν, όμως, το ίδιο προϊόν αποστελλόταν στον ίδιο πελάτη μέσω κούριερ η πληρωμή με μετρητά θα απαγορευόταν ρητά.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος του ηλεκτρονικού εμπορίου. Και αυτό διότι τα φυσικά καταστήματα θα διατηρούσαν τη δυνατότητα είσπραξης μετρητών για συναλλαγές κάτω των 500 ευρώ, ενώ τα ηλεκτρονικά καταστήματα θα υπάγονταν σε αυστηρότερο καθεστώς όταν εξυπηρετούσαν παραγγελίες μέσω αντικαταβολής.
Ειδικότερα, νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι εγείρονται ζητήματα ισονομίας σε τρία βασικά επίπεδα:
Άνιση μεταχείριση των καταναλωτών: Ένας πολίτης που αγοράζει ένα προϊόν αξίας 50 ευρώ από φυσικό κατάστημα μπορεί να πληρώσει με μετρητά. Αντίθετα, ένας καταναλωτής που αγοράζει το ίδιο προϊόν εξ αποστάσεως, για παράδειγμα επειδή κατοικεί σε χωριό χωρίς φυσικό κατάστημα, θα στερούνταν αυτή τη δυνατότητα.
Διακρίσεις λόγω γεωγραφικών ή ηλικιακών παραγόντων: Πολίτες που δεν διαθέτουν τραπεζική κάρτα ή δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, όπως ηλικιωμένοι και κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών, εξυπηρετούνται σε σημαντικό βαθμό από τις αγορές με αντικαταβολή. Η απαγόρευση των μετρητών στις συγκεκριμένες συναλλαγές, ενώ επιτρέπονται σε αντίστοιχες αγορές από φυσικά καταστήματα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσμενή μεταχείριση αυτών των ομάδων.
Ζήτημα αναλογικότητας: Σύμφωνα με νομικές εκτιμήσεις, η ρύθμιση θα μπορούσε να εγείρει ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του Συντάγματος. Ειδικότερα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η πλήρης απαγόρευση των μετρητών στις αντικαταβολές, ανεξαρτήτως ποσού, αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για την επίτευξη του στόχου της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, ιδίως όταν για τις λοιπές συναλλαγές ισχύει διαφορετικό όριο.
Με αντικαταβολή το 40% των ηλεκτρονικών αγορών
Εκτιμάται ότι περίπου το 40% των ηλεκτρονικών αγορών πραγματοποιείται με αντικαταβολή, με τα μετρητά να εξακολουθούν να καλύπτουν σημαντικό μέρος αυτών των συναλλαγών.
Η συγκεκριμένη μέθοδος πληρωμής εξυπηρετεί κυρίως ηλικιωμένους, κατοίκους απομακρυσμένων ή νησιωτικών περιοχών, πολίτες που δεν διαθέτουν τραπεζική κάρτα, αλλά και καταναλωτές που προτιμούν να εξοφλούν τις αγορές τους κατά την παραλαβή, αντί να προπληρώνουν προϊόντα.
Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε εξαιρέσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και πολιτών, όπως τα τρόφιμα, τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, τα άτομα άνω των 70 ετών και οι κάτοικοι μικρών οικισμών ή νησιωτικών περιοχών.
Ωστόσο, οι εξαιρέσεις αυτές επρόκειτο να καθοριστούν μεταγενέστερα με υπουργική απόφαση, γεγονός που ενίσχυε την αβεβαιότητα ως προς το εύρος και τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου στην πράξη.


Σχόλια - Facebook Comments