....

ΣΟΒΑΡΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΣΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΕΞΑΓΟΡΑΣ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΩΝ ΕΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ

Θεσσαλονίκη, 15/05/2026

: «Σοβαρές ανισότητες στο κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών

ασφάλισης - ανάγκη αποκατάστασης της ισότητας και επαναφοράς του κόστους εξαγοράς στα προ του 2016 επίπεδα»

Κυρία Υπουργέ,

Σύμφωνα με καταγγελίες πολλών εργαζόμενων πολιτών, των οποίων γίναμε αποδέκτες, προέκυψαν σοβαρές κοινωνικές και ασφαλιστικές ανισότητες αναφορικά με το κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών ασφάλισης, με αποτέλεσμα να υφίσταται πλέον ιδιαίτερα άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων «δύο ταχυτήτων», ευνοημένων και μη, καθώς και αποκλεισμός χιλιάδων εργαζομένων από τη συνταξιοδότηση, παρότι πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, αδυνατούν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία λόγω του απαιτούμενου υπέρογκου κόστους εξαγοράς πλασματικών ετών ασφάλισης και αναγκάζονται να συνεχίζουν να εργάζονται σε αντίθεση με συνομηλίκους συναδέλφους με τον ίδιο αριθμό ετών εργασίας και την ίδια ηλικία. Ασφαλισμένοι με τα ίδια ουσιαστικά χαρακτηριστικά επιβαρύνονται με πολύ διαφορετικό κόστος αποκλειστικά και μόνο λόγω μη υποβολής αίτησης υπαγωγής ως το 2016, έτος μετά το οποίο επιβλήθηκαν αλλαγές με την εφαρμογή του Ν. 4387/2016 και το κόστος εξαγοράς πλασματικών ετών εκτοξεύτηκε από 6,67% έως το 2016 σε 20% από το 2020 και μετά), ενώ για τη διατήρηση ευνοϊκότερων όρων εξαγοράς, απαιτούνταν μόνο η έγκαιρη υποβολή μιας σχετικής αίτησης υπαγωγής και κατοχύρωσης του 6,67%. Η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί απλή αναπροσαρμογή, αλλά υπερτριπλασιασμό(!) του κόστους μέσα σε λίγα χρόνια, με αποτέλεσμα το κόστος να φθάνει ακόμη και τα 4.000 έως 5.400 ευρώ ανά έτος ασφάλισης! Δημιουργήθηκαν ασφαλισμένοι δύο ταχυτήτων, καθώς όσοι ενημερώθηκαν να υποβάλουν αίτηση, διατήρησαν χαμηλότερες εισφορές εξαγοράς λόγω της σχετικής ενημέρωσης για υποβολή αίτησης και υπάγονται στο προηγούμενο καθεστώς, ενώ όσοι δεν ενημερώθηκαν καλούνται για την εξαγορά του ίδιου χρόνου ασφάλισης να καταβάλλουν 450 ευρώ /μήνα, έναντι μόνο περίπου 80 ευρώ! Παράλληλα καταγγέλλεται, κυρίως από εκπαιδευτικούς, ότι ουδέποτε υπήρξε πρότερη επίσημη υπηρεσιακή ενημέρωση από το Υπουργείο στο οποίο υπάγονται και τις Ομοσπονδίες τους, αλλά και το Υπουργείο Εργασίας, και δη ενυπόγραφη («Έλαβα γνώση») ως όφειλαν, και ως είθισται να ενημερώνονται για άλλα θέματα ήσσονος σημασίας της σχολικής καθημερινότητας, ώστε να υποβάλουν αίτηση έως το τέλος του 2016, αφαιρώντας τους τη δυνατότητα υπαγωγής στη ρύθμιση με μια απλή αίτηση... Αντίθετα, επιχειρήθηκε η όλη διαδικασία «πονηρά και εν κρυπτώ, ώστε να το αντιληφθούν όσο το δυνατόν λιγότεροι, λίγοι ημέτεροι και μυημένοι», όπως χαρακτηριστικά μας ανέφεραν, ενώ η ενημέρωση όφειλε να παρέχεται σε όλους τους ασφαλισμένους από τις Διευθύνσεις Προσωπικού, το Γενικό Λογιστήριο του κράτους, τα ασφαλιστικά ταμεία με επίσημες εγκυκλίους και ανακοινώσεις του Υπουργείου Εργασίας.

Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η διαφοροποίηση του κόστους εξαγοράς ανάλογα με την υποβολή ή μη μιας και μόνο αίτησης, χωρίς επίσημη καθολική ενημέρωση των ασφαλισμένων για κατάθεση αίτησης εξαγοράς ως το τέλος του 2016 από τη Διοίκηση, αποτελεί όνειδος για ένα κράτος δικαίου, καθώς αντιτίθεται στις αρχές του κράτους δικαίου, στην αρχή της χρηστής διοίκησης και εφαρμόζεται κατά παράβαση των αρχών της συνταγματικής ισότητας και αναλογικότητας. Ασφαλισμένοι με ίδια έτη εργασίας, ίδιες εισφορές και ίδιες προϋποθέσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά (άρθρο 4 Συντάγματος), με την υπέρμετρη αύξηση του κόστους εξαγοράς (άρθρο 25 Συντάγματος) κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των εργαζομένων καθώς ενώ είχαν κάνει τον εργασιακό και συνταξιοδοτικό τους προγραμματισμό, βρέθηκαν αιφνιδίως αντιμέτωποι με δυσβάσταχτες οικονομικές απαιτήσεις. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην εξαγορά, καθώς η στρατιωτική θητεία δεν αναγνωρίζεται χωρίς επιπλέον κόστος, η επιδοτούμενη ανεργία δεν υπολογίζεται οριζόντια για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος σε όλες τις κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, ενώ οι μεγάλες διαφορές μεταξύ δημοσίου με δυνατότητα εξαγοράς έως και 12 ετών έναντι των έως 7 ετών του ιδιωτικού τομέα, δημιουργούν δύο «ταχύτητες» στη συνταξιοδότηση, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι με ίδια προϋπηρεσία να έχουν τελείως διαφορετικές δυνατότητες εξόδου.

Οι εργαζόμενοι (α)αιτούνται αποκατάστασης της αδικίας με ενιαίο και σταθερό πλαίσιο χωρίς συνεχείς μεταβολές και αυξήσεις του ποσού εξαγοράς, (β)ύπαρξης σχεδιασμού για ειδική μεταβατική ρύθμιση υπέρ όσων δεν είχαν υποβάλει αίτηση έως το 2016 λόγω ανύπαρκτης επίσημης ενημέρωσης και (γ) επαναφοράς του κόστους εξαγοράς στα προ του 2016 επίπεδα (6,67%) για όλους τους ασφαλισμένους χωρίς διακρίσεις.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω,

Ερωτάται η κ. Υπουργός:

  1. Προτίθεστε να προχωρήσετε στην καθιέρωση ενός ενιαίου, δίκαιου και ισότιμου πλαισίου αναγνώρισης πλασματικών ετών για όλους τους ασφαλισμένους;

  2. Προτίθεστε να επαναφέρετε το κόστος εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας στα προ του 2016 επίπεδα (6,67%), με ενιαία εφαρμογή για όλους και χωρίς διακρίσεις;

  3. Προτίθεστε να προβείτε: α) στην αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας χωρίς οικονομική επιβάρυνση και β) στην αναγνώριση του χρόνου επιδοτούμενης ανεργίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος;

 

 

 

 

Από 1.01.2017, με τη θέση σε ισχύ του ν. 4387/2016 και ειδικότερα τις διατάξεις του αρ. 5 παρ. 1γ, εισήχθη για πρώτη φορά για τους ασφαλισμένους στο δημόσιο εργοδοτική εισφορά, η οποία εξελίχθηκε από την ημερομηνία αυτή έως και το έτος 2020 με τα μεταβατικά ποσοστά, όπως αυτά προβλέφθηκαν στην ΥΑ 111482/0092 (ΦΕΚ Β’ 4005/2016), ήτοι 3,33% για το έτος 2017, 6,67% για το έτος 2018, 10% για το έτος 2019 και 13,33% από 1.01.2020. Επομένως, από την εν λόγω ημερομηνία και εφεξής, το συνολικό ποσοστό εισφορών για τον κλάδο κύριας σύνταξης ανέρχεται σε 20%, επιμεριζόμενο σε ποσοστό 6,67% για τον υπάλληλο και 13,33% για τον εργοδότη/Δημόσιο, εξομοιούμενο με τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στα πλαίσια της ενιαίας καταβολής εισφορών του ν. 4387/2016.

Για τους υπαγόμενους στη συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου (πδ. 169/2007), ως πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης λογίζονται οι προβλεπόμενοι στις διατάξεις των νόμων 2084/1992 (άρθρο 4) και 3865/2010 (άρθρο 6 παράγραφοι 12 και 17). Ενδεικτικά αναφέρεται ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας, ο χρόνος σπουδών, ο χρόνος αδείας άνευ αποδοχών για ανατροφή τέκνου ηλικίας έως 8 ετών, πλασματικός χρόνος παιδιών κλπ.

Η επιδοτούμενη ανεργία δεν ανήκει στους αναγνωριζόμενους πλασματικούς χρόνους του Δημοσίου, κυρίαρχα λόγω της φύσης της υπαλληλικής σχέσης ως δημοσίου λειτουργού. Οι δυνητικά αναγνωριζόμενοι πλασματικοί χρόνοι του Δημοσίου απαριθμούνται περιοριστικά και εξαντλητικά στα ανωτέρω νομοθετήματα. Εξάλλου, παγίως η νομοθεσία που διείπε το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, παρουσιάζει ορισμένες διαφοροποιήσεις συγκριτικά με το καθεστώς ασφάλισης άλλων πρώην Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 3996/2011, το άρθρο 44 του ν. 398/2011 και το άρθρο 32 του ν. 4611/2019, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, οι μη μισθωτοί και οι μισθωτοί ασφαλισμένοι (πλην Δημοσίου) δύνανται να αναγνωρίσουν έως 300 ημέρες (πλασματικό) χρόνο επιδοτούμενης ανεργίας.

Επισημαίνεται, δε, ότι η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου μία υπηρεσία να λογιστεί ως συντάξιμη, εκτός από τις εξαιρέσεις που ρητά αναφέρονται στην νομοθεσία. Συνδέεται δε άμεσα με τις αρχές της αναλογικότητας και της ανταποδοτικότητας, στις οποίες εδράζεται το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης, καθώς η αναγνώριση ενός μέρους ή του συνόλου του χρόνου της στρατιωτικής θητείας λαμβάνεται υπόψη τόσο για τη διαμόρφωση του ύψους της ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 8 και 28 του ν. 4387/2016, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, όσο και τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος του ασφαλισμένου. Αντίθετα, οι χρόνοι που αναγνωρίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία χωρίς εξαγορά, συνυπολογίζονται μόνο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και όχι για τον προσδιορισμό του δικαιούμενου ποσού της σύνταξης. Ως προς την αναγνώριση του χρόνου επιδοτούμενης ανεργίας, υπογραμμίζεται ότι προβλέπεται αποκλειστικά για ασφαλισμένους των πρώην φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ενώ δεν προβλέπεται αντίστοιχη δυνατότητα για τους υπαγόμενους στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Περαιτέρω, ενιαίο πλαίσιο συνυπολογισμού των πλασματικών ετών ασφάλισης ρυθμίζεται πλέον από την περ. β της παρ. 1 του άρθρου 15 και την περ. γ της παρ. 1 του 34 του ν. 4387/2016, διασφαλίζοντας στο ζήτημα αυτό την ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων κοινωνικής ασφάλισης. Συνεπώς, η εισφορά για την αναγνώριση των ανωτέρω ετών ασφάλισης διαμορφώνεται σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό επί των ασφαλιστέων και των συνταξίμων αποδοχών των μισθωτών και των δημοσίων υπαλλήλων, αντίστοιχα, όπως προσδιορίζονται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. Για τους μη μισθωτούς, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 4670/2020, όπως ισχύει, προβλέπεται η αναγνώριση των

πλασματικών ετών ασφάλισης, με βάση τη μηνιαίως καταβλητέα εισφορά κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. Συνάγεται επομένως, ότι το οικείο πλαίσιο αναγνώρισης των πλασματικών χρόνων ασφάλισης, έχει διαπλαστεί με έναν τέτοιο τρόπο που αφενός εξαλείφει τις ανισότητες μεταξύ μισθωτών και δημοσίων υπαλλήλων και αφετέρου λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες που διαμορφώνουν την εισφοροδοτική ικανότητα των αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών.

Δεδομένου, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο λειτουργίας του e-ΕΦΚΑ έχουν καθοριστεί ενιαίοι κανόνες για την αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του, οι οποίοι στηρίζονται στις βασικές και θεμελιώδεις αρχές της αναλογικότητας και της ανταποδοτικότητας χωρίς παρεκκλίσεις, ενδεχόμενη τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου που αφορά στην αναγνώριση του χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας, λ.χ. με επαναφορά της εισφοράς εξαγοράς των εν λόγω χρόνων στο ποσοστό 6,67% που ίσχυε για τους δημοσίους υπαλλήλους έως 31.12.2016 ή με αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας χωρίς εξαγορά, θα σήμαινε παρέκκλιση από την ισχύουσα νομοθεσία. Είναι εύλογο, επίσης, ότι θα δημιουργούσε έντονο προβληματισμό για τις επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος στην παρούσα χρονική στιγμή, καθώς και για τη σωστή εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας και της ανταποδοτικότητας, στις οποίες εδράζεται η αντιμετώπιση των πλασματικών χρόνων ασφάλισης και εν γένει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Εν κατακλείδι, η Κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ζήτημα της αναγνώρισης πλασματικών ετών ασφάλισης με γνώμονα τη δικαιοσύνη, την ισονομία και, πρωτίστως, τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη κατεύθυνση εξορθολογισμού του ασφαλιστικού, με στόχο τη μακροχρόνια σταθερότητα του e-ΕΦΚΑ, σε ένα περιβάλλον δημογραφικής πίεσης και αυξανόμενου κόστους συντάξεων.

 

 

 

Η ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ

 

 

ΑΝΝΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

 

Πίνακας Διανομής:

  • Βουλευτής κ. Κ. Βελόπουλος

Εσωτερική Διανομή:

  • Γραφείο Υφυπουργού

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments