....

ΣΤΕ: ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΟΛΑΦΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ

<--break->

ΣτΕ: απόφαση κόλαφος για αυθαίρετα, περιβαλλοντικό ισοδύναμο, άδειες ΝΟΚ




Το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε την υπαγωγή αυθαιρέτου και την έγκριση εργασιών αποπεράτωσης τριώροφου ακινήτου στον παραδοσιακό οικισμό της Σύρου. Και παραπέμπει στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου να κρίνει τη συνταγματικότητα βασικής διάταξης του πολεοδομικού νόμου για τη τακτοποίηση κτιρίων των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση ή και βρίσκονται σε εκκρεμείς δίκες, ανοίγοντας νέο μεγάλο θέμα και για την υλοποίηση ακυρωμένων ή και σε εκκρεμείς δίκες οικοδομικών αδειών του ΝΟΚ με το περιβαλλοντικό ισοδύναμο.

 

Η ακυρωτική απόφαση ΣτΕ 2233/2025 του Ε΄ Τμήματος, που παραπέμπειπαράλληλα για τελική κρίση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορά «στο ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167), η οποία εισάγει δυνατότητα υπαγωγής στο καθεστώς αναστολής επιβολής κυρώσεων και οριστικής εξαίρεσης από την κατεδάφιση, κατασκευών που ανεγέρθησαν βάσει οικοδομικών αδειών, που ακυρώθηκαν στη συνέχεια με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και κατέστησαν, συνεπεία της δικαστικής τους ακύρωσης, αυθαίρετες».

♦ Με ισχυρή πλειοψηφία το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε οριστικά αυθαίρετο και κατεδαφιστέο το τριώροφο ακίνητο της Σύρου, βάζοντας τέρμα στην σχεδόν επί τριάντα χρόνια ανοιχτή γνωστή ως «υπόθεση Λεκλέρ», από το όνομα της αιτούσας γαλλίδας ιδιοκτήτριας γειτονικού ακινήτου, κρίνοντας ότι: «η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017 ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, η οποία, κατά την άποψη που επικράτησε στο Τμήμα, αντίκειται στο Σύνταγμα».

♦ Μια υπόθεση, που ξεκίνησε από την έκδοση της πρώτης οικοδομικής άδειας το 1998, η οποία εν συνεχεία ακυρώθηκε με την απόφαση 3921/2010 της Ολομελείας του ΣτΕ. Και κατέληξε για το τριώροφο ακίνητο, το οποίο είχε ακυρωμένη άδεια από το ΣτΕ και μπήκε στο νόμο των αυθαιρέτων, με την πρόσφατη απόφαση του δικαστηρίου να ακυρωθεί η από 18.1.2018 βεβαίωση οριστικής υπαγωγής του στο ν. 4495/2017 και η από 17.10.2019 έγκριση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Σύρου των εργασιών αποπεράτωσης της αυθαίρετης κατασκευής.

♦ «Επειδή, το ζήτημα της συμφωνίας προς το Σύνταγμα της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, παρουσιάζει μείζονα σπουδαιότητα και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242), να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου», λέει η απόφαση του Ε. Τμήματος του ΣτΕ,  παραπέμποντας σε τελική  δικαστική κρίση τη δυνατότητα εξαίρεσης από την κατεδάφιση και τακτοποίηση κτιρίων, των οποίων έχει ακυρωθεί η οικοδομική άδεια με δικαστική απόφαση ή και βρίσκονται σε εκκρεμείς δίκες.

«Kινδυνεύει όλο το οικοδόμημα για το περιβαλλοντικό ισοζύγιο στις οικοδομικές άδειες του ΝΟΚ»

-«Εκτιμώ ότι κινδυνεύει όλο το οικοδόμημα για το περιβαλλοντικό ισοζύγιο στις οικοδομικές άδειες του ΝΟΚ, στην περίπτωση που η Ολομέλεια του ΣτΕ, εκδικάζοντας την υπόθεση του τριώροφου της Σύρου, κρίνει ως αντισυνταγματική τη διάσωση ακινήτων των οποίων έχουν ακυρωθεί οι οικοδομικές άδειες με δικαστική απόφαση, πολύ περισσότερο με απόφαση του ΣτΕ. Και μια τέτοια απόφαση της Ολομέλειας θα συμπαρασύρει όλες τις οικοδομικές άδειες του ΝΟΚ που βρίσκονται σε εκκρεμείς δίκες, όπως και τα αυθαίρετα που έχουν δικαστική απόφαση ή βρίσκονται σε εκκρεμείς δίκες»,  λέει στο ecopress ο Ανδρέας Παπαπετρόπουλος έμπειρος δικηγόρος σε πολεοδομικά θέματα , νομικός παραστάτης της πλευράς των κατασκευαστών στις δίκες του ΣτΕ  για το ΝΟΚ και διάδικος στην «υπόθεση Λεκλέρ» της Σύρου.

-«Μπορεί το Προεδρικό Διάταγμα του ΥΠΕΝ, που εξαιρεί τις οικοδομικές άδειες με κίνητρα δόμησης του ΝΟΚ  από το ακυρωτικό αποτέλεσμα και δίνει τη δυνατότητα να υλοποιηθούν με το περιβαλλοντικό ισοζύγιο να πέρασε από τον προληπτικό έλεγχο του ΣτΕ αλλά μια απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, που θα λέει ότι όσα ακίνητα έχουν απόφαση η αίτηση ακυρώσεως δεν μπορούν να μπουν πουθενά, εκτιμώ  ότι θα είναι πολύ σχετική και με την ανατροπή του περιβαλλοντικού ισοδύναμου για αυτές τις περιπτώσεις οικοδομικών αδειών», σημειώνει ο κος Παπαπετρόπουλος.

Η υπόθεση για να κριθεί η συνταγματικότητα οικοδομικών αδειών  με ακυρωτική δικαστική απόφαση εισάγεται να εκδικαστεί στην Ολομέλεια του ΣτΕ στις 3 Απριλίου 2026 και αναμένεται να εκδοθεί η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου εντός του Ιουνίου 2026. Και «όπως φαίνεται τα προγνωστικά για την απόφαση της Ολομέλειας δεν είναι καλά για τις οικοδομικές άδεις  με ακυρωτική δικαστική απόφαση , με βάση την απόφαση που ελήφθη με ισχυρή πλειοψηφία στο Ε. Τμήμα του ΣτΕ» σχολιάζει ο κος Παπαπετρόπουλος.

Η απόφαση του Ε΄Τμήματος  ήδη αξιοποιείται στο οπλοστάσιο της νέας προσφυγής των Δήμων στο ΣτΕ κατά του ΝΟΚ 

Είναι αξιοσημείωτο ότι η απόφαση του Ε τμήματος και η παραπομπή της στην Ολομέλεια για το τριώροφο της Σύρου ήδη αξιοποιείται στο οπλοστάσιο της νέας προσφυγής των Δήμων στο ΣτΕ κατά του ΠΔ του ΥΠΕΝ για το περιβαλλοντικό ισοδύναμο και την έναρξη εργασιών του ΝΟΚ.

Ο Βασίλης Παπαδημητρίου έμπειρος δικηγόρος σε πολεοδομικά θέματα,  νομικός παραστάτη των Δήμων στη νέα δικαστική μάχη κατά του ΝΟΚ, σε εκδήλωση στο Κολέγιο Αθηνών παρουσιάζοντας το οπλοστάσιο της νέας προσφυγής τόνισε χαρακτηριστικά ότι:

-«Αυτά ασφαλώς είναι όχι απλώς αντισυνταγματικά, αλλά «έξω-συνταγματικα» και αντίθετα στη διάκριση των εξουσιών, αφού θέτουν εκποδών αμετάκλητες δικαστικές ακυρωτικές αποφάσεις. Ήδη παραπέμπεται στην Ολομέλεια ως αντισυνταγματική η τακτοποίηση αυθαιρέτων με το Ν. 4495  όταν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Το αυτό ισχύει και εδώ».

Το νήμα της υπόθεσης του τριώροφου της Σύρου ξεκινά από περίπου τριάντα χρόνια 

Το νήμα της  υπόθεσης που εκδικάστηκε στο Ε΄ Τμήμα  του Συμβουλίου της Επικρατείας και βγήκε ακυρωτική απόφαση αφορά στην  ανέγερση τριώροφης οικοδομής με γκαράζ και υπόγειο, σε ακίνητο που βρίσκεται στη συνοικία Αγίου Νικολάου της Ερμούπολης της Σύρου, «εντός του χρήζοντος ειδικής κρατικής προστασίας, ως μοναδικού νεοκλασικού και πολεοδομικού συνόλου, ιστορικού τόπου της Ερμούπολης».

Το εμβαδόν του επίμαχου οικοπέδου ανέρχεται σε 231,16 τ.μ. και, βάσει της ως άνω οικοδομικής άδειας 428/1998, επετράπη η υλοποίηση δόμησης 415,8 τ.μ., κάλυψης 161,01 τ.μ. [70%] και η ανέγερση κτηρίου 3 ορόφων, με ύψος 11 μ.

Στη δίκη του Ε΄ Τμήματος  παρέστησαν οι βασικοί διάδικοι, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκπροσωπούμενο από  πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως επίσης ιδιοκτήτες και κατασκευαστές που βρίσκονται σε σχετικές εκκρεμείς δίκες. Ο Δήμος Σύρου – Ερμούπολης δεν παρέστη.

Το διατακτικό της ακυρωτικής απόφασης του Ε΄Τμήματος του ΣτΕ

Στην απόφαση του Ε΄ Τμήμα  του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε την υπαγωγή της τριώροφης οικοδομής και την έγκριση εργασιών αποπεράτωσης της σημειώνεται ότι:

♦ «Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η υπαγωγή της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017 έγινε με την αιτιολογία:

α) ότι η Πολεοδομική Αρχή τελούσε υπό την αντίληψη ότι στην Ερμούπολη της Σύρου ίσχυαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης του π.δ. από 19.1-14.2.1976 και εξέδιδε, βάσει του εν λόγω π.δ., συστηματικά οικοδομικές άδειες στην περιοχή, μεταξύ των οποίων και την οικοδομική άδεια 428/1998 και την από 11.5.2000 αναθεώρησή της, με τις οποίες επετράπη η ανέγερση της οικοδομής των παρεμβαινόντων με τους συγκεκριμένους όρους δόμησης,

β) ότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση 84/2001 του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. από 19.10- 13.11.1978, με το οποίο η Ερμούπολη χαρακτηρίστηκε για πρώτη φορά παραδοσιακός οικισμός, έπαυσε να ισχύει το από 19.1-14.2.1976 π.δ. και πάντως, και υπό την εκδοχή ότι το από 19.1-14.2.1976 π.δ. δεν καταργήθηκε με το από 19.10- 13.11.1978 π.δ., αυτό καταργήθηκε οπωσδήποτε με το από 11.5-2.6.1989 π.δ.

γ) ότι η επόμενη οικοδομική άδεια 264/2002 εξεδόθη κατ΄ επίκληση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 2940/2001, που κρίθηκε αντίθετο στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος (ΣτΕ 2526/2003 Ολομ.), και

δ) ότι οι παρεμβαίνοντες δεν είχαν υποβάλει για την έκδοση των ως άνω οικοδομικών αδειών ψευδή ή αναληθή στοιχεία, αλλά η μεν πρώτη άδεια και η αναθεώρησή της είχαν εκδοθεί κατ` εφαρμογή κανόνων δικαίου που εφαρμόζονταν συστηματικά από την Πολεοδομική Αρχή ενώ μεταγενέστερα κρίθηκε ότι δεν ίσχυαν, η δε επόμενη άδεια εκδόθηκε βάσει διάταξης νόμου που κρίθηκε ότι αντέκειτο στο Σύνταγμα.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης οικοδομής των παρεμβαινόντων στο ν. 4495/2017 ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, η οποία, κατά την άποψη που επικράτησε στο Τμήμα, αντίκειται στο Σύνταγμα.

Επομένως, θα έπρεπε να ακυρωθούν η πρώτη προσβαλλόμενη βεβαίωση και η, στηριζόμενη σε αυτήν, έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών [δεύτερη προσβαλλόμενη], η οποία απώλεσε το νόμιμο έρεισμά της. Αν και, κατά την άποψη της μειοψηφίας, οι επίμαχες διατάξεις κατ΄ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η πράξη υπαγωγής της αυθαίρετης κατασκευής στο ν. 4495/2017 δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και ο περί του αντιθέτου λόγος θα έπρεπε να απορριφθεί.

Επειδή, το ζήτημα της συμφωνίας προς το Σύνταγμα της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, παρουσιάζει μείζονα σπουδαιότητα και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242), να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.

«Ρήγμα στην έννομη τάξη» διαπιστώνει η πλειοψηφία του Ε΄Τμήματος του ΣτΕ 

«Aποδυναμώνεται ανεπιτρέπτως το ισχύον κατά το Σύνταγμα σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, εισάγοντας ρήγμα στην έννομη τάξη» τονίζεται στην άποψη της πλειοψηφίας του Ε Τμήματος (της Προέδρου του Τμήματος, Αντιπροέδρου Αικατερίνης Χριστοφορίδου, των Συμβούλων Χρήστου Ντουχάνη και Δημητρίου Βασιλειάδη και των Παρέδρων Χρήστου Παπανικολάου και Ανδρέα Σκούφαλου), που καταγράφει στο σκεπτικό της στην απόφαση τα ακόλουθα:

♦ «Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 εκφράζουν το θεμιτό κατ’ αρχήν και εύλογο ενδιαφέρον της Πολιτείας να ρυθμίσει την τύχη αυθαιρέτων τα οποία, ανεγερθέντα δυνάμει οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση, δεν κατέστη δυνατόν να περιληφθούν στις διατάξεις οι οποίες προέβλεψαν αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών που ανεγέρθηκαν ως τις 28.7.2011. Το ενδιαφέρον αυτό της Πολιτείας είχε εκδηλωθεί προηγουμένως με διατάξεις, ταυτοσήμου εν πολλοίς προς τις επίμαχες περιεχομένου, του άρθρου 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013, με τις οποίες επιχειρήθηκε η υπαγωγή κτισμάτων ανεγερθέντων με άδεια που μεταγενέστερα ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, στις διατάξεις του εν λόγω ν. 4178/2013 που προέβλεψαν αθρόα «νομιμοποίηση» αυθαιρέτων κατασκευών και κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές, όπως εκτίθεται στη σκέψη 13, με την 1858/2015 απόφαση της Ολομελείας του Σ.τ.Ε.  Με την ίδια όμως απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου οι διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 6 του νόμου εκείνου κρίθηκαν ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στα άρθρα 26 (αρχή διακρίσεως των λειτουργιών), 20 παρ. 1 (δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας) και 95 παρ. 5 (υποχρέωση συμμορφώσεως προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις) του Συντάγματος».

♦ «Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω νεότερες ρυθμίσεις του ν. 4495/2017 (άρθρο 110 παρ. 3) ρυθμίζουν το αυτό ζήτημα, επιλέγοντας ως λύση το αυτό σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4495/2017 και εξαιρώντας τις οικείες κατασκευές από την κατεδάφιση, αφού γίνει απλή αναφορά και κατηγοριοποίηση των λόγων που οδήγησαν στη δικαστική ακύρωση των αντίστοιχων οικοδομικών αδειών. Οι εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως αν ορώμενες στο σύνολό τους (εδάφια α΄, β΄, γ΄ και δ΄) αποτελούν εξαίρεση και όχι τον κανόνα αναφορικά με τη μεταχείριση των δικαστικώς ακυρωθεισών οικοδομικών αδειών, σκοπούν να εμποδίσουν, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου, την παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας που θα γεννιόταν από τη διαφορετική αντιμετώπιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων μεταξύ πολιτών που υπήχθησαν στις ευεργετικές διατάξεις περί «νομιμοποιήσεως» των αυθαιρέτων κατασκευών τους και άλλων των οποίων η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά τους».

♦ «Ωστόσο, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ισότητας, διότι πρωτογενώς μεν αντιμετωπίζεται το ζήτημα κατασκευής και διατηρήσεως αυθαιρέτων κατασκευών στη Χώρα με αθρόα «νομιμοποίηση», όταν όμως έχει μεσολαβήσει δικαστική κρίση και ακύρωση οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας, ανακύπτει δευτερογενώς ζήτημα προσηκούσης συμμορφώσεως και γενικώς διαμορφώσεως της μετ’ ακύρωσιν καταστάσεως, διαφορετικής πλέον και όχι «ουσιωδώς ομοίας» με εκείνη που πρωτογενώς ρυθμίστηκε εν πρώτοις από τον νομοθέτη».

♦ «Εξάλλου, η στάθμιση εκ μέρους του νομοθέτη των συντρεχόντων εν προκειμένω συμφερόντων προς ρύθμιση κοινωνικού προβλήματος, σε συνδυασμό με το γενικό συμφέρον, δεν δύναται να παραγνωρίζει (ήτοι να μη λαμβάνει εμπράκτως υπ’ όψιν) τις συνταγματικές αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς δικαστικές αποφάσεις, καθώς και του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας»

♦ «Η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη ούτε αναιρείται ούτε αμβλύνεται από το γεγονός ότι οι εν λόγω ακυρώσεις αφορούν ανυπαίτιους ως προς τους λόγους ακυρώσεως πολίτες, ούτε, πολλώ μάλλον, από την αυτονόητη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος σε κάθε τέτοια περίπτωση ότι για την υπαγωγή σε οποιαδήποτε ευεργετική ή απλώς θεμιτή ρύθμιση, δεν πρέπει να έχουν υποβληθεί ψευδή ή αναληθή στοιχεία εκ μέρους του διοικουμένου».

♦ «Από τις επίμαχες ωστόσο διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια στάθμιση συμφερόντων, αφού δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη από την οποία να προκύπτει η έμπρακτη εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών αρχών προκειμένου να ρυθμιστεί κατά νόμιμο τρόπο η τύχη της εξεταζόμενης ειδικής κατηγορίας αυθαιρέτων. Επιπλέον, το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του επίμαχου άρθρου 110 (του ν. 4495/2017), στο οποίο ορίζεται ότι επιτρέπεται να υπαχθούν στις νομιμοποιητικές των αυθαιρέτων κατασκευών διατάξεις τα κτίσματα εκείνα των οποίων ακυρώθηκε η οικοδομική άδεια για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με έρεισμα κανονιστικές διατάξεις κριθείσες μεταγενεστέρως ως αντίθετες σε κανόνα υπέρτερης ισχύος, περιλαμβάνει ρύθμιση με την οποία αποδυναμώνεται ανεπιτρέπτως το ισχύον κατά το Σύνταγμα σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, εισάγοντας ρήγμα στην έννομη τάξη με δυσανάλογα αποτελέσματα μη υπηρετούντα τον θεμιτό καταρχήν σκοπό του νομοθέτη»

«Ειδικότερα δε, όσον αφορά τις 2 πρώτες περιπτώσεις της παραγράφου 3 (εδάφια α΄ και β΄) που αναφέρονται σε ακύρωση λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος (αποκλειομένης κάποιας ευθύνης του διοικουμένου) προβλέπεται αυτόματη η εφαρμογή τους με διατήρηση ακέραιου του κτιρίου ως είχε σύμφωνα με την ακυρωθείσα άδεια, παρ’ όλον ότι έχει διαπιστωθεί παράβαση κανόνων της ουσιαστικής πολεοδομικής νομοθεσίας».

♦ «Με τον τρόπο, ωστόσο, αυτόν οι επίμαχες ρυθμίσεις ισοδυναμούν με πρόβλεψη της αυτόματης αναβίωσης οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνουν στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πολιτών και των συντρεχουσών πλευρών του δημοσίου συμφέροντος: Την ανάγκη προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του δικαιούχου της ακυρωθείσας οικοδομικής αδείας, της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας εκείνου που επέτυχε τη δικαστική ακύρωση της αδείας για ουσιαστικό πολεοδομικό λόγο, την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και της προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος».

♦ «Προς τούτο θα ήταν θεμιτή ή και πρόσφορη η πρόβλεψη εκδόσεως άλλης διοικητικής πράξης, η οποία θα επέτρεπε την εξαίρεση από την κατεδάφιση κατόπιν εξιδιασμένης κρίσης μετ’ εκτίμηση προϋποθέσεων πολεοδομικού χαρακτήρα διαφόρων εκείνων ενόψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα της ακυρωθείσης οικοδομικής αδείας και συναφών προς το ρυθμιζόμενο θέμα κατά τα πρότυπα της εξαίρεσης από την κατεδάφιση αυθαιρέτων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (πρβλ. ΣτΕ 3105/1990)».

♦«Θεμιτή θα ήταν επίσης ρύθμιση προβλέπουσα ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για την εφαρμογή των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 (ΠΕΣΥΠΟΘΑ) θα διαθέτει ουσιαστικές πολεοδομικές αρμοδιότητες, η άσκηση των οποίων θα επιτρέπει τη διατήρηση των τμημάτων της οικοδομής που δεν παραβιάζουν τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις, επί της ερμηνείας και εφαρμογής των οποίων έκρινε το Δικαστήριο, με την έκδοση άδειας νομιμοποίησης των τμημάτων αυτών και την ταυτόχρονη τροποποίηση, απομάκρυνση ή καθαίρεση του τμήματος που παραβιάζει τις εν λόγω πολεοδομικές διατάξεις στις περιπτώσεις που αυτό είναι πρακτικά και τεχνικά δυνατό (βλ. και άρθρο 110 παρ. 3 περ. δ΄, όπως ισχύει και άρθρο 106 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο). Με τα ανωτέρω δεδομένα οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 3 εδάφια α΄ και β΄ του νόμου 4495/2017 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018 είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 26 παρ. 1, 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος».

Άτοπο να κατεδαφίζονται τα κτίσματα με άδεια και να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης τα εξαρχής αυθαίρετα, τόνισε η μειοψηφία

Στη δίκη του Ε΄ Τμήματος, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Μ. Σωτηροπούλου και Α. Μίντζια, οι οποίες υποστήριξαν μεταξύ άλλων τα εξής:

♦ «Η νέα αυτή ρύθμιση (άρθρο 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4546/2018) έχει γενικό χαρακτήρα, δεν έχει ως σκοπό την ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει από τη δικαστική απόφαση και υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, που συνδέονται με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και την αποκατάσταση της ισότητας στη μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Ειδικότερα, με τη νομιμοποίηση δεν ισχυροποιείται αναδρομικώς η ακυρωθείσα διοικητική πράξη, η οποία εξακολουθεί να θεωρείται μη νόμιμη και μηδέποτε εκδοθείσα, ούτε ανατρέπονται τα αμετακλήτως κριθέντα, όσον αφορά την ουσιαστική παρανομία της οικοδομικής άδειας, αλλά η καταστάσα αυθαίρετη οικοδομή υπάγεται στον νέο και κριθέντα σύμφωνο προς το Σύνταγμα (ΣτΕ 1858/2015 Ολομ.) γενικό κανόνα νομιμοποίησης αυθαιρέτων που ολοκληρώθηκαν κατά το φέροντα οργανισμό τους πριν από την κρίσιμη ημερομηνία της 28ης.7.2011 και δεν ευρίσκονται σε περιοχές όπου αποκλείεται η νομιμοποίηση (πρβλ. ΣτΕ 945/1971 Ολομ., 3105/1990).»

♦ «Με άλλα λόγια, εφόσον κρίθηκε από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου ότι η αθρόα νομιμοποίηση αυθαιρέτων ανεγερθέντων μέχρι τις 28.7.2011 δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και του κράτους δικαίου ούτε στο άρθρο 24 του Συντάγματος, αδιαφόρως αν οι οικοδομές αυτές ανεγέρθηκαν χωρίς άδεια της Πολεοδομικής Αρχής, ασχέτως αν παραβιάζονται οι ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (αρτιότητα, κάλυψη, συντελεστής κ.ο.κ.) και αδιαφόρως της επίπτωσης που έχει κάθε συγκεκριμένη παράβαση, λόγω της έκτασης και της βαρύτητάς της, στην οικεία περιοχή, δεν μπορεί, από συστηματικής απόψεως, να διαφοροποιηθεί η κρίση περί συνταγματικότητας ή να απαιτηθούν επιπλέον προϋποθέσεις ή κριτήρια, όταν προβλέπεται η νομιμοποίηση κατασκευών που είχαν ανεγερθεί κατ΄ εφαρμογή οικοδομικής άδειας και κατέστησαν αυθαίρετες μετά την ακύρωση της άδειας με δικαστική απόφαση, υπό τις ειδικές συνθήκες των δύο προπεριγραφεισών περιπτώσεων».

♦ «Υπό διαφορετική εκδοχή, θα παρατηρείτο το άτοπο, από τη μία πλευρά, να κατεδαφίζονται τα κτίσματα που ανεγέρθησαν κατόπιν άδειας οικοδομής και βάσει των προβλεφθέντων σε αυτήν όρων δόμησης, και, από την άλλη πλευρά, να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης, με τη δυνατότητα σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, την αναστολή επιβολής κυρώσεων και κατεδάφισης και ενδεχομένως την οριστική νομιμοποίηση κτηρίων εξαρχής αυθαιρέτων, οι ιδιοκτήτες που θα είχαν, καθ΄ υπόθεση, οικοδομήσει το ίδιο κτίσμα, χωρίς οικοδομική άδεια ή καθ΄ υπέρβαση τυχόν χορηγηθείσης, αδιαφορώντας για την τήρηση της νομιμότητας».

« Υπό τα δεδομένα αυτά, κατά τη μειοψηφήσασα άποψη, η νομιμοποίηση των κατηγοριών αυθαιρέτων του άρθρου 110 παρ. 3 περ. α και β του ν. 4495/2017 δεν προσβάλλει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την υποχρέωση συμμόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις ή τις αρχές της ισότητας, του κράτους δικαίου, της διάκρισης των λειτουργιών και της αναλογικότητας. Παραλλήλως δε, η νομιμοποίηση αυτή δεν προκαλεί άξια λόγου περιβαλλοντική επιβάρυνση, ώστε να τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 24 του Συντάγματος, εφόσον, όπως βεβαιώνει η Διοίκηση, οι κατασκευές στις οποίες αφορά είναι ελάχιστες, συγκρινόμενες με το σύνολο των αυθαιρέτων κατασκευών, η νομιμοποίηση των οποίων κρίθηκε από το Δικαστήριο σύμφωνη με το Σύνταγμα».

Το ΥΠΕΝ υπεραμύνθηκε της συνταγματικότητας της διάταξης

Το Δημόσιο, που εκπροσωπησε το ΥΠΕΝ και παρέστη με την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, υπεραμύνθηκε της συνταγματικότητας της διάταξης, υποστηρίζοντας ότι: 

♦«Aυτή αποτελεί νέα ρύθμιση, η οποία υπαγορεύεται, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, συνδεόμενο με την αποκατάσταση της ισότητας στη μεταχείριση ομοίων περιπτώσεων και με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, και δεν προσβάλλει το δεδικασμένο ή την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις ακυρωτικές αποφάσεις».

Ειδικότερα, το Δημόσιο υποστηρίξε ότι «ο νομοθέτης προχώρησε σε στάθμιση συμφερόντων, αφού έλαβε υπόψη και την κρίση του Δικαστηρίου περί συνταγματικότητας των διατάξεων που προβλέπουν την μαζική και αθρόα τακτοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών και τη διατήρηση αυτών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή την οριστική εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση».

Τέλος, το Δημόσιο επισημαίνει ότι «η επίμαχη ρύθμιση αφορά οικοδομές που ολοκληρώθηκαν μέχρι τον Ιούλιο του 2011 και είναι ελάχιστες συγκριτικά με το σύνολο των αυθαίρετων κατασκευών που ρυθμίσθηκαν με τις ισχύουσες κατά καιρούς διατάξεις περί αυθαιρέτων».

Του Αργύρη Δεμερτζή/ Το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε την υπαγωγή αυθαιρέτου και την έγκριση εργασιών αποπεράτωσης τριώροφου ακινήτου στον παραδοσιακό οικισμό...

Του Αργύρη Δεμερτζή/ Το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε την υπαγωγή αυθαιρέτου και την έγκριση εργασιών αποπεράτωσης τριώροφου ακινήτου στον παραδοσιακό οικισμό της Σύρου.


Του Αργύρη Δεμερτζή/

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments