....

ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.. π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΠΟΚΟΥ.

 

 

ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΟΝΕΣ

 

 
   

 

 

 

π. Δημητρίου Μπόκου

«Τὴν καταβᾶσαν φύσιν τοῦ Ἀδὰμ εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς

ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς ἀνήγαγες»

(Ἰδιόμ. Ἀναλήψεως)

Ἕ­να μι­κρὸ αὐ­το­κί­νη­το στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὸ με­γά­λο ἀ­ε­ρο­δρό­μιο τῆς πό­λης. Τρεῖς ἄν­τρες κα­τέ­βη­καν. Οἱ δυ­ὸ νε­ό­τε­ροι προ­χώ­ρη­σαν καὶ πα­ρέ­δω­σαν τὶς ἀ­πο­σκευ­ές. Στά­θη­καν γιὰ λί­γο καὶ οἱ τρεῖς στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς.

-  Ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ σᾶς συ­νο­δεύ­σου­με, κύ­ρι­ε, εἶ­πε ὁ ἕ­νας γυρ­νών­τας πρὸς αὐ­τὸν ποὺ στε­κό­ταν στὴ μέ­ση.

-  Εἶ­στε οἱ ἐ­κλε­κτοί μου φί­λοι καὶ συ­νερ­γά­τες, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος. Μὰ αὐ­τὴ ἡ δου­λειά, ὅ­πως σᾶς ξα­νά­πα, εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κή μου. Ἐ­σεῖς φρον­τί­στε γιὰ ὅ­σα ἄλ­λα προ­βλέ­πον­ται στὸ σχέ­διο. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε γιὰ μέ­να. Ἀν­τί­ο λοι­πόν, φί­λοι μου, κι ἐλ­πί­ζω νὰ τὰ ξα­να­ποῦ­με σύν­το­μα.

Ὑ­πο­κλί­θη­καν μὲ σε­βα­σμὸ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν.

Ἐ­κεῖ­νος προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ποὺ ζέ­σται­νε ἤ­δη τὶς μη­χα­νές του. Οἱ φο­βε­ροὶ βρυ­χηθ­μοὶ ἀ­πὸ τοὺς θη­ρι­ώ­δεις κι­νη­τῆ­ρες του σκέ­πα­σαν σὲ λί­γο τὰ πάν­τα. Κα­θὼς τὸ τε­ρά­στιο τζέτ, ἀ­νυ­ψώ­νον­τας τὸ πε­λώ­ριο ρύγ­χος του, ἴ­διο γι­γάν­τιο πτη­νό, χυ­νό­ταν σὰν βέ­λος στὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­κεῖ­νος ἅ­πλω­νε μπρο­στά του ἕ­να χάρ­τη, με­λε­τών­τας ξα­νὰ τὴν πο­ρεί­α ποὺ σκό­πευ­ε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει.

Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του κα­θὼς ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς στά­θη­κε μπρο­στά του μὲ τὸν δί­σκο σερ­βι­ρί­σμα­τος.

Μὲ φω­τει­νὰ χρώ­μα­τα, καρ­φι­τσω­μέ­νο στὸ στῆ­θος της, φι­γου­ρά­ρι­ζε τὸ σῆ­μα τῆς ἑ­ται­ρεί­ας: «International Airways - E. B.». Ὅ­που κι ἂν γύ­ρι­ζε τὸ βλέμ­μα του ἔ­βλε­πε παν­τοῦ τὸν ἴ­διο τί­τλο. Χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­δι­ό­ρα­τα. Ἦ­ταν τὸ ὄ­νο­μα τῆς δι­κῆς του αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Τα­ξί­δευ­ε μὲ τὶς δι­κές του ἀ­ε­ρο­γραμ­μές. Ὅ­λα ἐ­κεῖ ἦ­ταν δι­κά του. Καὶ τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος καὶ πολ­λὰ πα­ρό­μοι­α ἀ­ε­ρο­σκά­φη. Ἕ­νας στό­λος ὁ­λό­κλη­ρος.

Ἡ κο­πέλ­λα τὸν σέρ­βι­ρε κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη προ­χώ­ρη­σε. Μαῦ­ρα γυα­λιά, ψεύ­τι­κο γε­νά­κι, μου­στά­κι, πε­ρού­κα, ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν ἀ­γνώ­ρι­στο. Για­τὶ ναί, σή­με­ρα τα­ξί­δευ­ε ἰγ­κόγ­κνι­το. Σκο­πός του νὰ πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ἐ­πι­βά­της τρί­της θέ­σης.

Τὸ πα­σί­γνω­στο σῆ­μα τῆς ἑ­ται­ρεί­ας του ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο στὴν πιὸ βα­θειά του τσέ­πη. Δὲν ἦ­ταν σή­με­ρα ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ κο­λοσ­σοῦ ποὺ πή­γαι­νε γιὰ ἐμ­πο­ρι­κὲς συμ­φω­νί­ες καὶ κερ­δο­φό­ρα συμ­βό­λαι­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν μό­νο πα­τέ­ρας. Ἕ­νας βα­θιὰ πο­νε­μέ­νος πα­τέ­ρας ποὺ ἔ­ψα­χνε τὸ παι­δί του. Τὸ χα­μέ­νο παι­δὶ πού, ζη­τών­τας ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἔ­φυ­γε ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τους, χω­ρὶς νὰ ξα­να­δώ­σει ση­μεῖ­α ζω­ῆς.

Ὁ δυ­στυ­χι­σμέ­νος πα­τέ­ρας μά­ζε­ψε τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες του, ὅ­σες μπό­ρε­σε, ἔ­φτια­ξε τὸ σχέ­διό του καὶ ξε­κί­νη­σε. Θὰ πή­γαι­νε πο­λὺ μα­κριά. Στὸ ἄλ­λο ἡ­μι­σφαί­ριο. Στὴν ἄ­κρη τῆς γῆς. Μὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ἦ­ταν πα­τέ­ρας. Μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ μπίζ­νες.

Ἡ πτή­ση κρά­τη­σε ἀ­τέ­λει­ω­τες ὧ­ρες. Ὅ­ταν πά­τη­σε ξα­νὰ στὴ γῆ, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το τὸν πε­ρί­με­νε στὴν ἔ­ξο­δο τοῦ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου. Ἕ­να πα­λιό, με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­το. Κα­λὸ ὅ­μως γιὰ τὸν σκο­πό του. Ἔ­τρε­ξε μ’ αὐ­τὸ χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα. Μέ­σα σὲ κα­τοι­κη­μέ­νες καὶ ἀ­κα­τοί­κη­τες πε­ρι­ο­χές. Μέ­χρι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ὁ­δι­κῶς προ­σβά­σι­μο ση­μεῖ­ο. Πα­ρα­πέ­ρα ἁ­πλω­νό­ταν ἄ­γρια ἐ­ρη­μιά. Ἄ­βα­τη στὰ τε­χνι­κὰ ἀν­θρώ­πι­να μέ­σα. Μὰ ὁ ἄν­θρω­πός του μὲ δυ­ὸ δυ­να­τὰ ἄ­λο­γα τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ. Συ­νέ­χι­σε ἔ­τσι τὸ τα­ξί­δι του ὥ­σπου τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε κι αὐ­τά.

Εἶ­χε φτά­σει στὸ χεῖ­λος ἑ­νὸς με­γά­λου γκρε­μοῦ. Ἕ­να μό­νο φι­δω­τὸ μο­νο­πά­τι, κλω­στὴ στὸν ἄ­νε­μο, κα­τέ­βαι­νε στὸ ἀ­πό­κρη­μνο χά­ος. Μὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πε­ρά­σει κι αὐ­τό. Κα­τά­μο­νος, νι­κών­τας τὸν ἴ­λιγ­γο, κα­τέ­βη­κε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο κε­νό. Στὸ τέρ­μα τοῦ χά­ους ἕ­νας κό­σμος ἀλ­λι­ώ­τι­κος, φρι­κι­α­στι­κός, ὑ­πό­γει­ος ἀ­νοί­χτη­κε μπρο­στά του.

Σ’ ἕ­να με­γά­λο ἄ­νοιγ­μα σπη­λιᾶς ἕ­να κο­πά­δι ἀν­θρώ­πων φά­νη­κε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται στὰ ἔγ­κα­τα τῆς γῆς. Ρα­κέν­δυ­τοι, σκε­λε­τω­μέ­νοι, ξυ­πό­λη­τοι, φαν­τά­σμα­τα, σκι­ὲς τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους. Ἄν­θρω­ποι ποὺ εἶ­χαν χά­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους, γιὰ τὸν δι­κό του λό­γο ὁ κα­θέ­νας, καὶ εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει σκλά­βοι στὸ πιὸ σκλη­ρὸ ἀ­φεν­τι­κό. Ἐρ­γά­τες στὰ πα­ρά­νο­μα κρυ­φά ὀ­ρυ­χεῖ­α του στὰ βά­θη τῆς γῆς, χω­ρὶς νὰ βγαί­νουν πο­τὲ στὴν ἐ­πι­φά­νεια, στὸν ἀ­έ­ρα, στὸ φῶς. Ἄν­θρω­ποι σὲ ἔ­σχα­τη ἐ­ξα­θλί­ω­ση, σὲ ἀ­πέ­ραν­το πό­νο.

Εἶ­χε μά­θει πὼς μέ­σα στὸ με­γά­λο πλῆ­θος τῶν δυ­στυ­χι­σμέ­νων αὐ­τῶν βρι­σκό­ταν χα­μέ­νος κι ὁ γιός του.

Ντύ­θη­κε με­ταλ­λω­ρύ­χος χω­ρὶς δι­σταγ­μό. Πῆ­ρε μὲ τὴ θέ­λη­σή του καὶ χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νέ­νας τὴ μορ­φὴ τοῦ δού­λου-ἐρ­γά­τη γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώ­σει τὸ παι­δί του. Πέ­ρα­σε μέ­ρες σκλη­ρῆς δου­λειᾶς καὶ κα­κου­χί­ας ἀ­φάν­τα­στης χω­ρὶς νὰ γογ­γύ­σει. Πεί­να­σε, δί­ψα­σε, πλη­γώ­θη­κε, κου­ρά­στη­κε, δέ­χτη­κε ἀ­μέ­τρη­τες προ­σβο­λὲς χω­ρὶς νὰ με­τα­νοι­ώ­σει. Σὲ ὅ­λα ἄν­τε­ξε. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄγ­γι­ξε τὸν σκο­πό του.

Εἶ­δε τὸν γιό του ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ ὁ­μά­δα σκλά­βων ποὺ ἔ­τρε­χαν μπρο­στά του κά­τω ἀ­π’ τὸ μα­στί­γιο τῶν φρου­ρῶν. Εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­σθεῖ γιὰ ὅ,τι θ’ ἀν­τί­κρυ­ζε. Μὰ σὰν ἀ­τέ­νι­σε τὸ σκέ­λε­θρο τοῦ παι­διοῦ του, τὸ σὸκ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στο. Δὲν ἄν­τε­ξε. Ἡ καρ­διά του ἀ­να­λύ­θη­κε σὲ μυ­στι­κὸ λυγ­μό, τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν ζε­στὰ δά­κρυ­α. Τρα­βή­χτη­κε σὲ μιὰ γω­νιὰ κι ἔ­κλα­ψε πι­κρά.

-  Γι­έ μου, παι­δί μου! Πό­σες φο­ρὲς προ­σπά­θη­σα γιὰ σέ­να, μὰ πάν­τα μὲ ἀ­πό­δι­ω­χνες. Καὶ νά­το τώ­ρα τὸ κα­τάν­τη­μά σου!

Ἡ ὁ­μά­δα δού­λευ­ε ἐ­σπευ­σμέ­να, κα­θὼς τὰ βα­γο­νέ­τα ἀ­νέ­βαι­ναν φορ­τω­μέ­να ἀ­πὸ τὰ βά­θη τοῦ ὀ­ρυ­χεί­ου. Ἀ­νὰ δύ­ο οἱ σκλά­βοι σή­κω­ναν στοὺς ὤ­μους τους μιὰ βα­ρειὰ κά­σα μὲ τὰ ἐ­ξο­ρυσ­σό­με­να ὑ­λι­κά. Τὰ φορ­τί­α στοι­βά­ζον­ταν σὲ μι­κρὰ φορ­τη­γά, με­τα­φέ­ρον­ταν ὑ­πό­γεια σὲ μυ­στι­κὰ ση­μεῖ­α τῶν ἀ­κτῶν καὶ φορ­τώ­νον­ταν κρυ­φὰ σὲ πλοῖ­α.

Οἱ κι­νή­σεις τῶν σκλά­βων ὅ­λο καὶ δυ­σκό­λευ­αν, κα­θὼς ὁ κό­πος βά­ραι­νε τὰ κα­τα­πο­νη­μέ­να καὶ πλη­γω­μέ­να κορ­μιά τους. Τὰ βή­μα­τα τοῦ γιοῦ του γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­στα­θῆ. Σὲ λί­γο κα­τέρ­ρευ­σε ὁ­ρι­στι­κά, πα­ρα­σύ­ρον­τας στὴν πτώ­ση του καὶ τὸν σύν­τρο­φό του. Τὸ φορ­τί­ο τους ἔ­γει­ρε, ξέ­φυ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους καὶ κυ­λών­τας στὰ πρα­νῆ τῆς σπη­λιᾶς χά­θη­κε στὸ βά­ρα­θρο. Οἱ φρου­ροὶ λύσ­σα­ξαν.

Ὁ ἄ­τυ­χος σκλά­βος, ποὺ μό­λις ἀ­νέ­πνε­ε, στή­θη­κε ἀ­μέ­σως στὸν στύ­λο. Μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ μα­στι­γί­ου τὸ λε­ρω­μέ­νο του που­κά­μι­σο σκί­στη­κε. Ἡ μα­στί­γω­ση ἦ­ταν ἡ πιὸ ἄ­με­ση ὅ­σο καὶ σκλη­ρὴ τι­μω­ρί­α γιὰ κά­θε λά­θος, ἀ­προ­σε­ξί­α ἢ πα­ρά­βα­ση.

Τὰ μα­στί­για ὑ­ψώ­θη­καν καὶ σφύ­ρι­ξαν στὸν ἀ­έ­ρα. Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ τα­λαί­πω­ρος πα­τέ­ρας βρέ­θη­κε μπρο­στά τους.

-  Θὰ πά­ρω ἐ­γὼ τὴ θέ­ση του! εἶ­πε ἤ­ρε­μα, μὰ ἀ­πο­φα­σι­στι­κά. Μα­στι­γῶ­στε ἐ­μέ­να ἀν­τὶ γι’ αὐ­τόν.

Οἱ φρου­ροὶ τά ’­χα­σαν. Δὲν τοὺς εἶ­χε ξα­να­συμ­βεῖ κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Τοὺς ἦ­ταν ἀ­δι­α­νό­η­τη μιὰ τέ­τοι­α κί­νη­ση. Μὰ τί εἶ­χαν νὰ χά­σουν; Γέ­λα­σαν πε­ρι­φρο­νη­τι­κά.

-  Κα­νέ­να πρό­βλη­μα γιὰ μᾶς! γρύλ­λι­σαν ἄ­γρια. Φά­ε τὸ κε­φά­λι σου ἂν τὸ θές. Ἐμ­πρὸς λοι­πόν, πλή­ρω­σε ἐ­σὺ γι’ αὐ­τόν!

Ὁ πα­τέ­ρας δέ­θη­κε στὸν στύ­λο καὶ πά­ραυ­τα τὰ μα­στί­για ὄρ­γω­σαν πρό­θυ­μα τὴν πλά­τη του. Τὸ χῶ­μα βά­φτη­κε κόκ­κι­νο. Ὅ­ταν τὸ μα­κά­βριο ἔρ­γο τε­λεί­ω­σε, αἱ­μό­φυρ­τος, σχε­δὸν λι­πό­θυ­μος, ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε σὲ μιὰν ἄ­κρη. Ἔ­κα­με ὧ­ρες νὰ ξα­να­στα­θεῖ στὰ πό­δια του, μά, ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε, ἀ­παί­τη­σε ἀ­μέ­σως νὰ πα­ρου­σια­σθεῖ στὸ ἀ­φεν­τι­κό. Καὶ σὰν βρέ­θη­κε μπρο­στά του, ζή­τη­σε τὴν ἄ­με­ση ἐ­ξα­γο­ρὰ τοῦ γιοῦ του.

-  Ποι­ὸς εἶ­σαι ἐ­σύ; Καὶ τί μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ἕ­νας σκλά­βος γιὰ ἄλ­λο σκλά­βο; μὲ ὑ­πε­ρο­ψί­α καὶ σαρ­κα­σμὸ μί­λη­σε ὁ τύ­ραν­νος.

-  Δὲν εἶ­μαι κα­θό­λου σκλά­βος σου! ἀ­πο­κρί­θη­κε θαρ­ρε­τὰ ὁ πα­τέ­ρας. Καὶ δὲν ἔ­χεις καμ­μιὰ ἐ­ξου­σί­α πάνω μου. Μό­νος μου θέ­λη­σα νὰ ἀ­να­λά­βω τὸ ἔρ­γο ποὺ κάνω ἐ­δῶ.

Πέ­τα­ξε ἀ­μέ­σως τὸ ψεύ­τι­κο γε­νά­κι, τὴν πε­ρού­κα, τὸ μου­στά­κι. Τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του τὴ μυ­στι­κὴ ταυ­τό­τη­τα τοῦ προ­έ­δρου τῶν «International Airways - E. B.» καὶ τὴν κόλ­λη­σε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­λα­ζό­να.

Ὁ δι­κτα­το­ρί­σκος ἔ­μει­νε ἄ­ναυ­δος. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸν παγ­κό­σμια γνω­στὸ καὶ πα­νί­σχυ­ρο με­γι­στά­να-ἰ­δι­ο­κτή­τη τῶν «Δι­ε­θνῶν Ἀ­ε­ρο­γραμ­μῶν - Ε. Β.». Γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὴν παν­το­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ κα­τά­στι­κτος ἀ­π’ τὶς πλη­γὲς φάν­τα­ζε ἐ­κεῖ μπρο­στά του μι­κρὸς καὶ ἀ­δύ­να­μος. Δὲν δι­έ­θε­τε τὸ σθέ­νος νὰ τὸν ἀν­τι­πα­λαί­ψει. Ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ ἐν­τε­λῶς ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος καὶ ἀ­σή­μαν­τος.

Ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πέ­γρα­ψε ἀ­μέ­σως τὸ τσὲκ μὲ τὸ πο­σὸ τῆς ἐ­ξα­γο­ρᾶς. Πῆ­ρε στὰ χέ­ρια του τὸ συμ­βό­λαι­ο τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας καὶ τὸ ἔ­σκι­σε. Ὁ γιός του ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρος!

Τὸν ἔ­φε­ραν μπρο­στά του. Με­τὰ βί­ας στε­κό­ταν στὰ πό­δια του. Ὁ πα­τέ­ρας τὸν ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρά. Ὅ­ταν κα­τά­πλη­κτος ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ κα­τά­λα­βε τί συμ­βαί­νει,

-  Πα­τέ­ρα, ἐ­σύ; ψέλ­λι­σε μο­νά­χα ἀ­δύ­να­μα καὶ σω­ρι­ά­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ στὸ χῶ­μα.

Ὁ πα­τέ­ρας τὸν σή­κω­σε μὲ προ­σο­χὴ στοὺς αἱ­μό­φυρ­τους ὤ­μους του καὶ προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τῆς σπη­λιᾶς. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς ἄρ­χι­σε.

Μὲ ὑ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο κό­πο ἀ­νέ­βα­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ μι­σο­πε­θα­μέ­νο παι­δί του μέ­σα ἀ­π’ τὸ δυ­σα­νά­βα­το μο­νο­πά­τι τοῦ φο­βε­ροῦ γκρε­μοῦ. Τὸν ἔ­φε­ρε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­θρω­πός του μὲ τὰ ἄ­λο­γα. Τὸν φόρ­τω­σαν προ­σε­κτι­κὰ στὴ σέλ­λα καὶ δι­α­σχί­ζον­τας ξα­νὰ τὴν ἀ­φι­λό­ξε­νη ἐ­ρη­μιὰ τὸν ἔ­φε­ραν στὴν κον­τι­νό­τε­ρη κα­τοι­κη­μέ­νη πε­ρι­ο­χή.

Ἕ­να πρό­χει­ρο μι­κρὸ θε­ρα­πευ­τή­ριο ἦ­ταν κι­ό­λας στη­μέ­νο. Ὁ γιός του θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ μέ­χρι νὰ ἀ­ναρ­ρώ­σει ἐν­τε­λῶς.

-  Παι­δί μου, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του πρὶν φύ­γει. Ἡ δι­κή μου ἀ­πο­στο­λὴ τε­λεί­ω­σε. Ὅ,τι ἦ­ταν νὰ γί­νει ἀ­πὸ μέ­να, ἔ­γι­νε. Σοῦ ξα­νά­δω­σα τὴ ζω­ή, τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α σου. Τὰ πάν­τα τώ­ρα ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ σέ­να. Ὅ­λοι μας σὲ πε­ρι­μέ­νου­με μὲ λα­χτά­ρα. Τὸ σπί­τι μας εἶ­ναι καὶ δι­κό σου σπί­τι. Ἡ πόρ­τα μας θά ’­ναι πάν­τα ἀ­νοι­χτή. Σοῦ ἐ­ξα­σφά­λι­σα κά­θε δυ­να­τό­τη­τα γιὰ νὰ μπο­ρεῖς, ἂν τὸ θελήσεις, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψεις. Σοῦ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι τὸ σῆμα αὐτὸ μὲ τὴ σφρα­γί­δα μου. Θὰ σοῦ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὰ πάν­τα στὸ τα­ξί­δι σου. Ἂν πά­λι δὲν θέ­λεις, κα­νέ­νας δὲν θὰ σὲ ἀ­ναγ­κά­σει γιὰ τί­πο­τε. Ἡ ἀ­πό­φα­ση εἶ­ναι στὸ δι­κό σου χέ­ρι καὶ μό­νο.

Τὸν ἀγ­κά­λια­σε, τὸν φί­λη­σε τρυ­φε­ρὰ κι ἔ­φυ­γε.

Οἱ μέ­ρες πέ­ρα­σαν καὶ ὅ­ταν ὁ γιὸς αἰ­σθάν­θη­κε πὼς βρῆ­κε πιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, εἶ­πε:

-  Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­κα­με καὶ ἔ­πα­θε τό­σα γιὰ μέ­να. Πλή­ρω­σε ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ αἷ­μα του. Δὲν μπο­ρῶ νὰ μεί­νω ἀ­ναί­σθη­τος στὴν τό­ση ἀ­γά­πη. Θὰ γυ­ρί­σω στὸν πα­τέ­ρα μου καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει πιά, ἂν θά ’­μαι ἀ­κό­μα κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα στὸ σπί­τι μας.

Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, χά­ρη στὸ ὄ­νο­μα τοῦ πα­τέ­ρα του, ἦ­ταν παν­τοῦ ἀ­νοι­χτός.

Ἡ νύ­χτα σκέ­πα­ζε ἀ­κό­μα τοὺς λό­φους, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸ πα­τρι­κό του. Ἤ­ξε­ραν γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐρ­χο­μοῦ του, κα­θὼς ἔ­στει­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μή­νυ­μα πρὶν πά­ρει τὴν τε­λι­κή του πτή­ση. Ὅ­μως τὸ σπί­τι ὑ­ψω­νό­ταν μπρο­στά του σι­ω­πη­λό, ὁ­λο­σκό­τει­νο. Που­θε­νὰ φῶς, καμ­μιὰ ἔν­δει­ξη ἀν­θρώ­πι­νης πα­ρου­σί­ας, κα­νέ­να ση­μά­δι πὼς τὸν πε­ρίμεναν.

Κα­τέ­βα­σε τὸν μι­κρὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ σάκ­κο ἀ­π’ τὸν ὦ­μο του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸ πε­ζού­λι. Τὸ σκο­τει­νὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ με­γά­λου σπι­τιοῦ δι­α­γρα­φό­ταν κα­θα­ρὰ στὸν ἀ­νέ­φε­λο οὐ­ρα­νό, ὅ­που τρε­μό­παι­ζαν μὲ τὸ λαμ­πύ­ρι­σμά τους ἀ­πει­ρά­ριθ­μα τ’ ἄ­στρα.

Χτύ­πη­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να τὸ κου­δού­νι. Τί­πο­τε. Κί­νη­ση καμ­μιά.

Ἔ­ρι­ξε μὲ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ βλέμ­μα γύ­ρω του. Ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρε­μού­λια­σε φευ­γα­λέ­α τὰ φυλ­λο­κάρ­δια του. Μή­πως δὲν ἤ­θε­λαν μὲ τὴν καρ­διά τους τὸν ἐρ­χο­μό του; Μὰ ἀ­πό­δι­ω­ξε μὲ ἀ­πο­στρο­φὴ τὴ σκέ­ψη αὐ­τή. Ὅ­μως, για­τί δὲν τὸν πε­ρί­με­νε κα­νείς;

Ἔ­φε­ρε ἕ­να γύ­ρο τὴ μάν­τρα μὲ τὶς κλει­στὲς αὐ­λό­πορ­τες. Ἂν καὶ νύ­χτα, γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­δῶ με­γά­λω­σε, ἤ­ξε­ρε τὴν κά­θε γω­νιά. Μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ει ὁ­που­δή­πο­τε μὲ τὰ μά­τια κλει­στά. Ὁ ἐ­λα­φρὸς ἄ­νε­μος σά­λευ­ε τὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Ἔ­νι­ω­σε τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ ψύ­χρα καὶ κουμ­πώ­θη­κε. Κά­θισε λί­γο πα­ρά­με­ρα συλ­λο­γι­σμέ­νος.

Μὰ πρὶν ἀ­κό­μα προ­λά­βει γιὰ τὰ κα­λὰ νὰ τὸν τυ­λί­ξει ἡ ἀ­νη­συ­χί­α, κου­βέν­τες, θό­ρυ­βοι καὶ φῶ­τα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ δρό­μου τρά­βη­ξαν τὴν προ­σο­χή του. Μιὰ με­γά­λη πα­ρέ­α ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ κα­τευ­θυ­νό­ταν μὲ ἔκ­δη­λη τὴν εὐ­θυ­μί­α πρὸς τὸ σπί­τι. Δὲν ἄρ­γη­σε οὔ­τε στιγ­μὴ νὰ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σει. Οἱ δι­κοί του ἦ­ταν. Με­μιᾶς ἀ­δέλ­φια, γο­νεῖς, ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ὁ­λό­κλη­ρη, βρέ­θη­καν γύ­ρω του.

Ἡ μη­τέ­ρα του τὸν ἕ­σφι­ξε πρώ­τη στὴν ἀγ­κα­λιά της πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α. Ἔ­πε­σαν ὅ­λοι πά­νω του ὁρ­μη­τι­κὰ μὲ τὴ χα­ρὰ νὰ λάμ­πει στὰ πρό­σω­πά τους. Τὸν ἀγ­κά­λια­ζαν, τὸν φι­λοῦ­σαν. Τὸ σπί­τι φω­τί­στη­κε στὸ λε­πτό, ἔ­λαμ­ψε ὁ­λό­κλη­ρο. Χύ­θη­καν ὅ­λοι γε­μά­τοι ἐν­θου­σια­σμὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σουν με­γά­λη γι­ορ­τή, νὰ τὸν εὐ­χα­ρι­στή­σουν. Τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι στρώ­θη­κε σι­γὰ-σι­γά, γιὰ νὰ πα­νη­γυ­ρί­σουν τὸ με­γά­λο γε­γο­νός.

Χι­λιά­δες μνῆ­μες τὸν πλημ­μύ­ρι­ζαν κα­θὼς ἀν­τί­κρυ­ζε τὴν κά­θε ἀ­γα­πη­μέ­νη του γω­νιά. Με­τα­ξὺ ὀ­νεί­ρου καὶ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας θυ­μή­θη­κε κά­πο­τε νὰ ρω­τή­σει:

-  Μὰ ποῦ εἴ­χα­τε πά­ει; Δὲν πή­ρα­τε τὸ μή­νυ­μά μου;

-  Βε­βαί­ως καὶ τὸ πή­ρα­με! Μὰ ξε­χνᾶς τί εἶ­ναι σή­με­ρα, γι­έ μου; εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα του ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τάς τον τρυ­φε­ρὰ μὲ τὸ βλέμ­μα της.

-  Ὤ, μὰ ναί, Χρι­στού­γεν­να! ἀ­να­φώ­νη­σε σὰ νὰ ξυ­πνοῦ­σε ἀ­πὸ λή­θαρ­γο. Ὦ Θε­έ μου, τὰ ξέ­χα­σα ὅ­λα!

-  Ναί, γλυ­κέ μου! συ­νέ­χι­σε ἡ μη­τέ­ρα του. Καὶ κά­να­με ὅ,τι ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­μες κι ἐ­σύ.

Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­πο­ρη­μέ­νος.

-  Ἔ, νά! στὴ Λει­τουρ­γί­α πή­γα­με.

-  Μὰ τί σχέ­ση μπο­ρεῖ νά ’­χει ἡ Λει­τουρ­γί­α μὲ τὸν δι­κό μου γυ­ρι­σμό; Καὶ ἦ­ταν πιὸ ση­μαν­τι­κὸ αὐ­τό, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ξέ­ρα­τε ὅτι ἐρχόμουν;

-  Ἀ­πό­λυ­τα ση­μαν­τι­κό, παι­δί μου! πῆ­ρε τὸν λό­γο ὁ πα­τέ­ρας. Καὶ τό­σο ἁ­πλό, ἂν τὸ σκε­φθεῖς. Σή­με­ρα εἶ­σαι συν­δαι­τυ­μό­νας στὸ τρα­πέ­ζι μας, ἐ­πει­δὴ σκέφτηκες στὰ σο­βα­ρὰ τὴν πρό­σκλη­σή μας καὶ θέ­λη­σες νὰ ’ρ­θεῖς ξα­νὰ κον­τά μας. Ἀλ­λι­ῶς, ἂν ἤ­σουν μα­κριά, δὲ θά ’­τρω­γες, δὲ θά ’­πι­νες, δὲ θὰ χαι­ρό­σου­να μα­ζί μας. Τί θά ’­νι­ω­θες ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ἀ­γά­πης ποὺ σὲ κυ­κλώ­νει σή­με­ρα; Θὰ ἤ­σουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴ γι­ορ­τή μας. Μό­νος, κα­τά­μο­νος στῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­ρη­μιᾶς τὴν πα­γω­νιά.

-  Δὲν θά ’­θε­λα πο­τὲ νὰ ξα­να­ζή­σω κά­τι τέ­τοι­ο!

-  Ἂς πᾶ­με τώ­ρα καὶ στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Θε­οῦ. Ὑπάρχει καὶ ἐδῶ μιὰ παρόμοια ἀνοιχτὴ πρόσκληση γιὰ ὅλους μας. Μᾶς ἀ­να­ζη­τεῖ κι αὐ­τὸς ὅ­που κι ἂν πέ­σου­με, ἀ­κό­μα καὶ στὰ ἔγ­κα­τα τῆς γῆς, στὰ ὑ­πο­χθό­νια. Μᾶς ση­κώ­νει στοὺς ὤ­μους του, μᾶς ξα­να­φέρ­νει στὴ ζω­ή. Μᾶς προ­σκα­λεῖ ξα­νὰ στὸ σπί­τι, στὸ τρα­πέ­ζι του. Μᾶς κά­νει τὴν τι­μὴ νὰ γί­νου­με συν­δαι­τυ­μό­νες του. «Ἐ­λᾶ­τε», μᾶς λέ­ει. «Ὅ­λα τὰ ἔ­χω ἕ­τοι­μα. Ἔ­σφα­ξα τὰ “σι­τι­στά” μου, τὰ πιὸ κα­λο­θρεμ­μέ­να μου μο­σχά­ρια καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νω. Ὅ­λους μα­ζὶ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σου­με». Στὴ Λει­τουρ­γί­α πή­γα­με λοι­πόν, για­τὶ εἴ­μα­στε κα­λε­σμέ­νοι τοῦ Θε­οῦ. Νὰ φᾶμε στὸ τραπέζι του γιὰ νὰ ζήσουμε. Πῶς θὰ γευ­τοῦ­με ὅμως τὸ θε­ϊ­κὸ αὐ­τὸ με­νού, ἂν δὲ θε­λή­σου­με νὰ πᾶ­με ὣς ἐ­κεῖ; Θὰ φᾶ­νε μό­νο καὶ θὰ γι­ορ­τά­σουν ὅ­σοι πα­ρα­κα­θί­σουν, καὶ μά­λι­στα ἀ­δελ­φω­μέ­νοι, στὸ τρα­πέ­ζι του.

-  Ὅ­μως για­τί νὰ μὴν ἐ­πι­δι­ώ­ξω κά­τι δι­κό μου, ἀ­το­μι­κό, μὲ τὸν Θε­ό; Μιὰ σχέ­ση ὅ­πως ἐ­γὼ τὴ νι­ώ­θω καὶ ὅ­πως ἐ­γὼ τὴν ἐν­νο­ῶ;

-  Μὰ ὁ Θε­ὸς ἔ­χει πολ­λοὺς στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, εἶ­ναι πα­τέ­ρας, μᾶς θέ­λει ὅ­λους γύ­ρω του. Μό­νος ἐ­σὺ για­τί, καὶ ὄ­χι μὲ τοὺς ἄλ­λους; Ἀρ­κεῖ, θαρ­ρεῖς, αὐ­τό; Ἂν εἶ­σαι χω­ρι­σμέ­νος ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους, δὲν θά ΄σαι οὔ­τε καὶ μὲ τὸν Θε­ὸ πο­τέ. Ἀ­πὸ τὴ μό­νω­ση αὐ­τὴ πα­σχί­ζει νὰ μᾶς βγά­λει ὁ Θε­ός. Καὶ τὸν Θε­ὸ δὲν θὰ τὸν βροῦ­με λέ­γον­τας κου­βέν­τες μό­νο εὔ­κο­λες γι’ αὐ­τόν, ποὺ δὲν κο­στί­ζουν τί­πο­τε, ἀλ­λὰ μο­νά­χα ἂν ζη­τή­σου­με εἰ­λι­κρι­νὰ νὰ γί­νου­με ὁ­μο­τρά­πε­ζοι, συν­δαι­τυ­μό­νες του, πα­ρόν­τες ὅ­λοι ἑ­νω­μέ­νοι ἐ­κεῖ ποὺ μᾶς κα­λεῖ, στὸ θε­ϊ­κὸ τρα­πέ­ζι του. Αὐ­τὰ τὰ δυὸ δι­α­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους ὅ­σο ἡ μέ­ρα ἀ­πὸ τὴ νύ­χτα. Τί νὰ τὰ κά­νει ὁ πει­να­σμέ­νος τὰ λό­για καὶ τὶς θε­ω­ρί­ες, ἂν δὲν εἶ­ναι προ­σω­πι­κὰ πα­ρὼν ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι ἡ τρο­φὴ καὶ τὸ νε­ρό; Δὲν ὑ­πάρ­χει ὑ­πο­κα­τά­στα­το γι’ αὐ­τό. Θὰ ζή­σου­με μο­νά­χα, ἂν τρῶ­με καὶ πί­νου­με ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὸ λι­μο­κτο­νοῦ­με. Πεθαίνουμε. Ζή­τη­μα ζω­ῆς ἢ θα­νά­του δη­λα­δή. Ἁ­πλό, μὰ τό­σο ση­μαν­τι­κό!

-  Καὶ ποι­ὸ εἴ­πα­με πὼς εἶ­ναι τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Θε­οῦ;

-  Γιὰ ὅ­σο ζοῦ­με ἐ­δῶ στὴ γῆ, εἶ­ναι ὁ Δεῖ­πνος του ὁ Μυ­στι­κός, τὸ Σῶ­μα καὶ τὸ Αἷ­μα τοῦ Υἱ­οῦ του, ἡ Λει­τουρ­γί­α του. Αὐ­τὴ ποὺ φέρ­νει ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα ἀ­νά­με­σά μας προ­κα­τα­βο­λι­κὰ τὴ μέλ­λου­σα ζω­ὴ τῆς Βα­σι­λεί­ας του. Ἐ­κεῖ μο­νά­χα ὑ­πάρ­χει ἡ ἀ­θά­να­τη τρο­φή, «βρῶ­σις καὶ πό­σις ἀ­λη­θῶς». Γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ἐ­κεῖ, μὲ ὅ­λους τοὺς οἰ­κεί­ους του, πη­γαί­νου­με κι ἐ­μεῖς, στὴ Λει­τουρ­γί­α, στὸ τρα­πέ­ζι του, νὰ φᾶ­με γιὰ νὰ ζή­σου­με. Ὅ­πως κι ἐ­σὺ ἦρ­θες σὲ μᾶς, γιὰ νά ’­σαι στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ στὴ χα­ρά μας σή­με­ρα, νὰ ζήσεις, ἀν­τὶ ν’ ἀρ­γο­πε­θαί­νεις στὴ θα­να­τε­ρή σου μο­να­ξιά.

-  Δὲν τό ’­χα σκε­φθεῖ πο­τὲ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ψι­θύ­ρι­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος ὁ γιός.

-  Μα­κά­ρι, ὅ­πως σή­με­ρα ἐ­δῶ, ἔ­τσι παν­το­τι­νὰ νὰ τρῶ­με καὶ νὰ πί­νου­με καὶ στὴν οὐ­ρά­νια Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ! φώ­να­ξε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α τῶν συν­δαι­τυ­μό­νων.

-  Ἀ­μήν! ἀ­πάν­τη­σαν μὲ μιὰ φω­νὴ ὑ­ψώ­νον­τας γε­μά­τα τὰ πο­τή­ρια ὅ­λοι τους.

…Καὶ τότε φωτεινὴ τρεμόπαιξε στὰ μάτια τους μιὰ ἀ­χτί­να μυ­στι­κὴ καὶ ἀν­τι­φέγ­γι­σε στὰ πρό­σω­πά τους, …σὰ νὰ ξε­γλί­στρη­σε ἀ­π’ τὸ θε­ϊ­κὸ καὶ πα­νευ­φρό­συ­νο τρα­πέ­ζι τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, …λὲς κι εἶ­χαν γί­νει ἀ­πὸ τώ­ρα κι­ό­λας θεῖ­οι συν­δαι­τυ­μό­νες… στὸν Πα­ρά­δει­σο.

Κι ὅ­λα γύ­ρω τους… σὰ νὰ βου­τή­χτη­καν σὲ ἀλ­λό­κο­σμη, …ἀ­νε­ξή­γη­τη ὀ­μορ­φιά…

 

 

 

 

 

ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΟΝΕΣ

 

 

 

 
  Κατακόρυφος πάπυρος: Χριστουγεννιάτικες Ἱστορίες, ἀρ. 10 </p>
<p>

 

 

 

 

 



π. Δημητρίου Μπόκου

«Τὴν καταβᾶσαν φύσιν τοῦ Ἀδὰμ εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς

ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς ἀνήγαγες»

(Ἰδιόμ. Ἀναλήψεως)

Ἕ­να μι­κρὸ αὐ­το­κί­νη­το στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὸ με­γά­λο ἀ­ε­ρο­δρό­μιο τῆς πό­λης. Τρεῖς ἄν­τρες κα­τέ­βη­καν. Οἱ δυ­ὸ νε­ό­τε­ροι προ­χώ­ρη­σαν καὶ πα­ρέ­δω­σαν τὶς ἀ­πο­σκευ­ές. Στά­θη­καν γιὰ λί­γο καὶ οἱ τρεῖς στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς.

-  Ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ σᾶς συ­νο­δεύ­σου­με, κύ­ρι­ε, εἶ­πε ὁ ἕ­νας γυρ­νών­τας πρὸς αὐ­τὸν ποὺ στε­κό­ταν στὴ μέ­ση.

-  Εἶ­στε οἱ ἐ­κλε­κτοί μου φί­λοι καὶ συ­νερ­γά­τες, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος. Μὰ αὐ­τὴ ἡ δου­λειά, ὅ­πως σᾶς ξα­νά­πα, εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κή μου. Ἐ­σεῖς φρον­τί­στε γιὰ ὅ­σα ἄλ­λα προ­βλέ­πον­ται στὸ σχέ­διο. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε γιὰ μέ­να. Ἀν­τί­ο λοι­πόν, φί­λοι μου, κι ἐλ­πί­ζω νὰ τὰ ξα­να­ποῦ­με σύν­το­μα.

Ὑ­πο­κλί­θη­καν μὲ σε­βα­σμὸ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν.

Ἐ­κεῖ­νος προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ποὺ ζέ­σται­νε ἤ­δη τὶς μη­χα­νές του. Οἱ φο­βε­ροὶ βρυ­χηθ­μοὶ ἀ­πὸ τοὺς θη­ρι­ώ­δεις κι­νη­τῆ­ρες του σκέ­πα­σαν σὲ λί­γο τὰ πάν­τα. Κα­θὼς τὸ τε­ρά­στιο τζέτ, ἀ­νυ­ψώ­νον­τας τὸ πε­λώ­ριο ρύγ­χος του, ἴ­διο γι­γάν­τιο πτη­νό, χυ­νό­ταν σὰν βέ­λος στὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­κεῖ­νος ἅ­πλω­νε μπρο­στά του ἕ­να χάρ­τη, με­λε­τών­τας ξα­νὰ τὴν πο­ρεί­α ποὺ σκό­πευ­ε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει.

Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του κα­θὼς ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς στά­θη­κε μπρο­στά του μὲ τὸν δί­σκο σερ­βι­ρί­σμα­τος.

Μὲ φω­τει­νὰ χρώ­μα­τα, καρ­φι­τσω­μέ­νο στὸ στῆ­θος της, φι­γου­ρά­ρι­ζε τὸ σῆ­μα τῆς ἑ­ται­ρεί­ας: «International Airways - E. B.». Ὅ­που κι ἂν γύ­ρι­ζε τὸ βλέμ­μα του ἔ­βλε­πε παν­τοῦ τὸν ἴ­διο τί­τλο. Χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­δι­ό­ρα­τα. Ἦ­ταν τὸ ὄ­νο­μα τῆς δι­κῆς του αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Τα­ξί­δευ­ε μὲ τὶς δι­κές του ἀ­ε­ρο­γραμ­μές. Ὅ­λα ἐ­κεῖ ἦ­ταν δι­κά του. Καὶ τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος καὶ πολ­λὰ πα­ρό­μοι­α ἀ­ε­ρο­σκά­φη. Ἕ­νας στό­λος ὁ­λό­κλη­ρος.

Ἡ κο­πέλ­λα τὸν σέρ­βι­ρε κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη προ­χώ­ρη­σε. Μαῦ­ρα γυα­λιά, ψεύ­τι­κο γε­νά­κι, μου­στά­κι, πε­ρού­κα, ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν ἀ­γνώ­ρι­στο. Για­τὶ ναί, σή­με­ρα τα­ξί­δευ­ε ἰγ­κόγ­κνι­το. Σκο­πός του νὰ πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ἐ­πι­βά­της τρί­της θέ­σης.

Τὸ πα­σί­γνω­στο σῆ­μα τῆς ἑ­ται­ρεί­ας του ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο στὴν πιὸ βα­θειά του τσέ­πη. Δὲν ἦ­ταν σή­με­ρα ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ κο­λοσ­σοῦ ποὺ πή­γαι­νε γιὰ ἐμ­πο­ρι­κὲς συμ­φω­νί­ες καὶ κερ­δο­φό­ρα συμ­βό­λαι­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν μό­νο πα­τέ­ρας. Ἕ­νας βα­θιὰ πο­νε­μέ­νος πα­τέ­ρας ποὺ ἔ­ψα­χνε τὸ παι­δί του. Τὸ χα­μέ­νο παι­δὶ πού, ζη­τών­τας ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἔ­φυ­γε ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τους, χω­ρὶς νὰ ξα­να­δώ­σει ση­μεῖ­α ζω­ῆς.

Ὁ δυ­στυ­χι­σμέ­νος πα­τέ­ρας μά­ζε­ψε τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες του, ὅ­σες μπό­ρε­σε, ἔ­φτια­ξε τὸ σχέ­διό του καὶ ξε­κί­νη­σε. Θὰ πή­γαι­νε πο­λὺ μα­κριά. Στὸ ἄλ­λο ἡ­μι­σφαί­ριο. Στὴν ἄ­κρη τῆς γῆς. Μὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ἦ­ταν πα­τέ­ρας. Μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ μπίζ­νες.

Ἡ πτή­ση κρά­τη­σε ἀ­τέ­λει­ω­τες ὧ­ρες. Ὅ­ταν πά­τη­σε ξα­νὰ στὴ γῆ, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το τὸν πε­ρί­με­νε στὴν ἔ­ξο­δο τοῦ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου. Ἕ­να πα­λιό, με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­το. Κα­λὸ ὅ­μως γιὰ τὸν σκο­πό του. Ἔ­τρε­ξε μ’ αὐ­τὸ χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα. Μέ­σα σὲ κα­τοι­κη­μέ­νες καὶ ἀ­κα­τοί­κη­τες πε­ρι­ο­χές. Μέ­χρι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ὁ­δι­κῶς προ­σβά­σι­μο ση­μεῖ­ο. Πα­ρα­πέ­ρα ἁ­πλω­νό­ταν ἄ­γρια ἐ­ρη­μιά. Ἄ­βα­τη στὰ τε­χνι­κὰ ἀν­θρώ­πι­να μέ­σα. Μὰ ὁ ἄν­θρω­πός του μὲ δυ­ὸ δυ­να­τὰ ἄ­λο­γα τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ. Συ­νέ­χι­σε ἔ­τσι τὸ τα­ξί­δι του ὥ­σπου τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε κι αὐ­τά.

Εἶ­χε φτά­σει στὸ χεῖ­λος ἑ­νὸς με­γά­λου γκρε­μοῦ. Ἕ­να μό­νο φι­δω­τὸ μο­νο­πά­τι, κλω­στὴ στὸν ἄ­νε­μο, κα­τέ­βαι­νε στὸ ἀ­πό­κρη­μνο χά­ος. Μὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πε­ρά­σει κι αὐ­τό. Κα­τά­μο­νος, νι­κών­τας τὸν ἴ­λιγ­γο, κα­τέ­βη­κε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ ἀ­βυσ­σα­λέ­ο κε­νό. Στὸ τέρ­μα τοῦ χά­ους ἕ­νας κό­σμος ἀλ­λι­ώ­τι­κος, φρι­κι­α­στι­κός, ὑ­πό­γει­ος ἀ­νοί­χτη­κε μπρο­στά του.

Σ’ ἕ­να με­γά­λο ἄ­νοιγ­μα σπη­λιᾶς ἕ­να κο­πά­δι ἀν­θρώ­πων φά­νη­κε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται στὰ ἔγ­κα­τα τῆς γῆς. Ρα­κέν­δυ­τοι, σκε­λε­τω­μέ­νοι, ξυ­πό­λη­τοι, φαν­τά­σμα­τα, σκι­ὲς τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους. Ἄν­θρω­ποι ποὺ εἶ­χαν χά­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους, γιὰ τὸν δι­κό του λό­γο ὁ κα­θέ­νας, καὶ εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει σκλά­βοι στὸ πιὸ σκλη­ρὸ ἀ­φεν­τι­κό. Ἐρ­γά­τες στὰ πα­ρά­νο­μα κρυ­φά ὀ­ρυ­χεῖ­α του στὰ βά­θη τῆς γῆς, χω­ρὶς νὰ βγαί­νουν πο­τὲ στὴν ἐ­πι­φά­νεια, στὸν ἀ­έ­ρα, στὸ φῶς. Ἄν­θρω­ποι σὲ ἔ­σχα­τη ἐ­ξα­θλί­ω­ση, σὲ ἀ­πέ­ραν­το πό­νο.

Εἶ­χε μά­θει πὼς μέ­σα στὸ με­γά­λο πλῆ­θος τῶν δυ­στυ­χι­σμέ­νων αὐ­τῶν βρι­σκό­ταν χα­μέ­νος κι ὁ γιός του.

Ντύ­θη­κε με­ταλ­λω­ρύ­χος χω­ρὶς δι­σταγ­μό. Πῆ­ρε μὲ τὴ θέ­λη­σή του καὶ χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νέ­νας τὴ μορ­φὴ τοῦ δού­λου-ἐρ­γά­τη γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώ­σει τὸ παι­δί του. Πέ­ρα­σε μέ­ρες σκλη­ρῆς δου­λειᾶς καὶ κα­κου­χί­ας ἀ­φάν­τα­στης χω­ρὶς νὰ γογ­γύ­σει. Πεί­να­σε, δί­ψα­σε, πλη­γώ­θη­κε, κου­ρά­στη­κε, δέ­χτη­κε ἀ­μέ­τρη­τες προ­σβο­λὲς χω­ρὶς νὰ με­τα­νοι­ώ­σει. Σὲ ὅ­λα ἄν­τε­ξε. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄγ­γι­ξε τὸν σκο­πό του.

Εἶ­δε τὸν γιό του ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ ὁ­μά­δα σκλά­βων ποὺ ἔ­τρε­χαν μπρο­στά του κά­τω ἀ­π’ τὸ μα­στί­γιο τῶν φρου­ρῶν. Εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­σθεῖ γιὰ ὅ,τι θ’ ἀν­τί­κρυ­ζε. Μὰ σὰν ἀ­τέ­νι­σε τὸ σκέ­λε­θρο τοῦ παι­διοῦ του, τὸ σὸκ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στο. Δὲν ἄν­τε­ξε. Ἡ καρ­διά του ἀ­να­λύ­θη­κε σὲ μυ­στι­κὸ λυγ­μό, τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν ζε­στὰ δά­κρυ­α. Τρα­βή­χτη­κε σὲ μιὰ γω­νιὰ κι ἔ­κλα­ψε πι­κρά.

-  Γι­έ μου, παι­δί μου! Πό­σες φο­ρὲς προ­σπά­θη­σα γιὰ σέ­να, μὰ πάν­τα μὲ ἀ­πό­δι­ω­χνες. Καὶ νά­το τώ­ρα τὸ κα­τάν­τη­μά σου!

Ἡ ὁ­μά­δα δού­λευ­ε ἐ­σπευ­σμέ­να, κα­θὼς τὰ βα­γο­νέ­τα ἀ­νέ­βαι­ναν φορ­τω­μέ­να ἀ­πὸ τὰ βά­θη τοῦ ὀ­ρυ­χεί­ου. Ἀ­νὰ δύ­ο οἱ σκλά­βοι σή­κω­ναν στοὺς ὤ­μους τους μιὰ βα­ρειὰ κά­σα μὲ τὰ ἐ­ξο­ρυσ­σό­με­να ὑ­λι­κά. Τὰ φορ­τί­α στοι­βά­ζον­ταν σὲ μι­κρὰ φορ­τη­γά, με­τα­φέ­ρον­ταν ὑ­πό­γεια σὲ μυ­στι­κὰ ση­μεῖ­α τῶν ἀ­κτῶν καὶ φορ­τώ­νον­ταν κρυ­φὰ σὲ πλοῖ­α.

Οἱ κι­νή­σεις τῶν σκλά­βων ὅ­λο καὶ δυ­σκό­λευ­αν, κα­θὼς ὁ κό­πος βά­ραι­νε τὰ κα­τα­πο­νη­μέ­να καὶ πλη­γω­μέ­να κορ­μιά τους. Τὰ βή­μα­τα τοῦ γιοῦ του γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­στα­θῆ. Σὲ λί­γο κα­τέρ­ρευ­σε ὁ­ρι­στι­κά, πα­ρα­σύ­ρον­τας στὴν πτώ­ση του καὶ τὸν σύν­τρο­φό του. Τὸ φορ­τί­ο τους ἔ­γει­ρε, ξέ­φυ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους καὶ κυ­λών­τας στὰ πρα­νῆ τῆς σπη­λιᾶς χά­θη­κε στὸ βά­ρα­θρο. Οἱ φρου­ροὶ λύσ­σα­ξαν.

Ὁ ἄ­τυ­χος σκλά­βος, ποὺ μό­λις ἀ­νέ­πνε­ε, στή­θη­κε ἀ­μέ­σως στὸν στύ­λο. Μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ μα­στι­γί­ου τὸ λε­ρω­μέ­νο του που­κά­μι­σο σκί­στη­κε. Ἡ μα­στί­γω­ση ἦ­ταν ἡ πιὸ ἄ­με­ση ὅ­σο καὶ σκλη­ρὴ τι­μω­ρί­α γιὰ κά­θε λά­θος, ἀ­προ­σε­ξί­α ἢ πα­ρά­βα­ση.

Τὰ μα­στί­για ὑ­ψώ­θη­καν καὶ σφύ­ρι­ξαν στὸν ἀ­έ­ρα. Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ τα­λαί­πω­ρος πα­τέ­ρας βρέ­θη­κε μπρο­στά τους.

-  Θὰ πά­ρω ἐ­γὼ τὴ θέ­ση του! εἶ­πε ἤ­ρε­μα, μὰ ἀ­πο­φα­σι­στι­κά. Μα­στι­γῶ­στε ἐ­μέ­να ἀν­τὶ γι’ αὐ­τόν.

Οἱ φρου­ροὶ τά ’­χα­σαν. Δὲν τοὺς εἶ­χε ξα­να­συμ­βεῖ κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Τοὺς ἦ­ταν ἀ­δι­α­νό­η­τη μιὰ τέ­τοι­α κί­νη­ση. Μὰ τί εἶ­χαν νὰ χά­σουν; Γέ­λα­σαν πε­ρι­φρο­νη­τι­κά.

-  Κα­νέ­να πρό­βλη­μα γιὰ μᾶς! γρύλ­λι­σαν ἄ­γρια. Φά­ε τὸ κε­φά­λι σου ἂν τὸ θές. Ἐμ­πρὸς λοι­πόν, πλή­ρω­σε ἐ­σὺ γι’ αὐ­τόν!

Ὁ πα­τέ­ρας δέ­θη­κε στὸν στύ­λο καὶ πά­ραυ­τα τὰ μα­στί­για ὄρ­γω­σαν πρό­θυ­μα τὴν πλά­τη του. Τὸ χῶ­μα βά­φτη­κε κόκ­κι­νο. Ὅ­ταν τὸ μα­κά­βριο ἔρ­γο τε­λεί­ω­σε, αἱ­μό­φυρ­τος, σχε­δὸν λι­πό­θυ­μος, ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε σὲ μιὰν ἄ­κρη. Ἔ­κα­με ὧ­ρες νὰ ξα­να­στα­θεῖ στὰ πό­δια του, μά, ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε, ἀ­παί­τη­σε ἀ­μέ­σως νὰ πα­ρου­σια­σθεῖ στὸ ἀ­φεν­τι­κό. Καὶ σὰν βρέ­θη­κε μπρο­στά του, ζή­τη­σε τὴν ἄ­με­ση ἐ­ξα­γο­ρὰ τοῦ γιοῦ του.

-  Ποι­ὸς εἶ­σαι ἐ­σύ; Καὶ τί μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει ἕ­νας σκλά­βος γιὰ ἄλ­λο σκλά­βο; μὲ ὑ­πε­ρο­ψί­α καὶ σαρ­κα­σμὸ μί­λη­σε ὁ τύ­ραν­νος.

-  Δὲν εἶ­μαι κα­θό­λου σκλά­βος σου! ἀ­πο­κρί­θη­κε θαρ­ρε­τὰ ὁ πα­τέ­ρας. Καὶ δὲν ἔ­χεις καμ­μιὰ ἐ­ξου­σί­α πάνω μου. Μό­νος μου θέ­λη­σα νὰ ἀ­να­λά­βω τὸ ἔρ­γο ποὺ κάνω ἐ­δῶ.

Πέ­τα­ξε ἀ­μέ­σως τὸ ψεύ­τι­κο γε­νά­κι, τὴν πε­ρού­κα, τὸ μου­στά­κι. Τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του τὴ μυ­στι­κὴ ταυ­τό­τη­τα τοῦ προ­έ­δρου τῶν «International Airways - E. B.» καὶ τὴν κόλ­λη­σε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­λα­ζό­να.

Ὁ δι­κτα­το­ρί­σκος ἔ­μει­νε ἄ­ναυ­δος. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸν παγ­κό­σμια γνω­στὸ καὶ πα­νί­σχυ­ρο με­γι­στά­να-ἰ­δι­ο­κτή­τη τῶν «Δι­ε­θνῶν Ἀ­ε­ρο­γραμ­μῶν - Ε. Β.». Γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὴν παν­το­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ κα­τά­στι­κτος ἀ­π’ τὶς πλη­γὲς φάν­τα­ζε ἐ­κεῖ μπρο­στά του μι­κρὸς καὶ ἀ­δύ­να­μος. Δὲν δι­έ­θε­τε τὸ σθέ­νος νὰ τὸν ἀν­τι­πα­λαί­ψει. Ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ ἐν­τε­λῶς ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος καὶ ἀ­σή­μαν­τος.

Ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πέ­γρα­ψε ἀ­μέ­σως τὸ τσὲκ μὲ τὸ πο­σὸ τῆς ἐ­ξα­γο­ρᾶς. Πῆ­ρε στὰ χέ­ρια του τὸ συμ­βό­λαι­ο τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας καὶ τὸ ἔ­σκι­σε. Ὁ γιός του ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρος!

Τὸν ἔ­φε­ραν μπρο­στά του. Με­τὰ βί­ας στε­κό­ταν στὰ πό­δια του. Ὁ πα­τέ­ρας τὸν ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρά. Ὅ­ταν κα­τά­πλη­κτος ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ κα­τά­λα­βε τί συμ­βαί­νει,

-  Πα­τέ­ρα, ἐ­σύ; ψέλ­λι­σε μο­νά­χα ἀ­δύ­να­μα καὶ σω­ρι­ά­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ στὸ χῶ­μα.

Ὁ πα­τέ­ρας τὸν σή­κω­σε μὲ προ­σο­χὴ στοὺς αἱ­μό­φυρ­τους ὤ­μους του καὶ προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τῆς σπη­λιᾶς. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς ἄρ­χι­σε.

Μὲ ὑ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο κό­πο ἀ­νέ­βα­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ μι­σο­πε­θα­μέ­νο παι­δί του μέ­σα ἀ­π’ τὸ δυ­σα­νά­βα­το μο­νο­πά­τι τοῦ φο­βε­ροῦ γκρε­μοῦ. Τὸν ἔ­φε­ρε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­θρω­πός του μὲ τὰ ἄ­λο­γα. Τὸν φόρ­τω­σαν προ­σε­κτι­κὰ στὴ σέλ­λα καὶ δι­α­σχί­ζον­τας ξα­νὰ τὴν ἀ­φι­λό­ξε­νη ἐ­ρη­μιὰ τὸν ἔ­φε­ραν στὴν κον­τι­νό­τε­ρη κα­τοι­κη­μέ­νη πε­ρι­ο­χή.

Ἕ­να πρό­χει­ρο μι­κρὸ θε­ρα­πευ­τή­ριο ἦ­ταν κι­ό­λας στη­μέ­νο. Ὁ γιός του θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ μέ­χρι νὰ ἀ­ναρ­ρώ­σει ἐν­τε­λῶς.

-  Παι­δί μου, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του πρὶν φύ­γει. Ἡ δι­κή μου ἀ­πο­στο­λὴ τε­λεί­ω­σε. Ὅ,τι ἦ­ταν νὰ γί­νει ἀ­πὸ μέ­να, ἔ­γι­νε. Σοῦ ξα­νά­δω­σα τὴ ζω­ή, τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α σου. Τὰ πάν­τα τώ­ρα ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ σέ­να. Ὅ­λοι μας σὲ πε­ρι­μέ­νου­με μὲ λα­χτά­ρα. Τὸ σπί­τι μας εἶ­ναι καὶ δι­κό σου σπί­τι. Ἡ πόρ­τα μας θά ’­ναι πάν­τα ἀ­νοι­χτή. Σοῦ ἐ­ξα­σφά­λι­σα κά­θε δυ­να­τό­τη­τα γιὰ νὰ μπο­ρεῖς, ἂν τὸ θελήσεις, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψεις. Σοῦ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι τὸ σῆμα αὐτὸ μὲ τὴ σφρα­γί­δα μου. Θὰ σοῦ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὰ πάν­τα στὸ τα­ξί­δι σου. Ἂν πά­λι δὲν θέ­λεις, κα­νέ­νας δὲν θὰ σὲ ἀ­ναγ­κά­σει γιὰ τί­πο­τε. Ἡ ἀ­πό­φα­ση εἶ­ναι στὸ δι­κό σου χέ­ρι καὶ μό­νο.

Τὸν ἀγ­κά­λια­σε, τὸν φί­λη­σε τρυ­φε­ρὰ κι ἔ­φυ­γε.

Οἱ μέ­ρες πέ­ρα­σαν καὶ ὅ­ταν ὁ γιὸς αἰ­σθάν­θη­κε πὼς βρῆ­κε πιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, εἶ­πε:

-  Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­κα­με καὶ ἔ­πα­θε τό­σα γιὰ μέ­να. Πλή­ρω­σε ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ αἷ­μα του. Δὲν μπο­ρῶ νὰ μεί­νω ἀ­ναί­σθη­τος στὴν τό­ση ἀ­γά­πη. Θὰ γυ­ρί­σω στὸν πα­τέ­ρα μου καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει πιά, ἂν θά ’­μαι ἀ­κό­μα κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα στὸ σπί­τι μας.

Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, χά­ρη στὸ ὄ­νο­μα τοῦ πα­τέ­ρα του, ἦ­ταν παν­τοῦ ἀ­νοι­χτός.

Ἡ νύ­χτα σκέ­πα­ζε ἀ­κό­μα τοὺς λό­φους, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸ πα­τρι­κό του. Ἤ­ξε­ραν γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐρ­χο­μοῦ του, κα­θὼς ἔ­στει­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μή­νυ­μα πρὶν πά­ρει τὴν τε­λι­κή του πτή­ση. Ὅ­μως τὸ σπί­τι ὑ­ψω­νό­ταν μπρο­στά του σι­ω­πη­λό, ὁ­λο­σκό­τει­νο. Που­θε­νὰ φῶς, καμ­μιὰ ἔν­δει­ξη ἀν­θρώ­πι­νης πα­ρου­σί­ας, κα­νέ­να ση­μά­δι πὼς τὸν πε­ρίμεναν.

Κα­τέ­βα­σε τὸν μι­κρὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ σάκ­κο ἀ­π’ τὸν ὦ­μο του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸ πε­ζού­λι. Τὸ σκο­τει­νὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ με­γά­λου σπι­τιοῦ δι­α­γρα­φό­ταν κα­θα­ρὰ στὸν ἀ­νέ­φε­λο οὐ­ρα­νό, ὅ­που τρε­μό­παι­ζαν μὲ τὸ λαμ­πύ­ρι­σμά τους ἀ­πει­ρά­ριθ­μα τ’ ἄ­στρα.

Χτύ­πη­σε ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να τὸ κου­δού­νι. Τί­πο­τε. Κί­νη­ση καμ­μιά.

Ἔ­ρι­ξε μὲ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ βλέμ­μα γύ­ρω του. Ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρε­μού­λια­σε φευ­γα­λέ­α τὰ φυλ­λο­κάρ­δια του. Μή­πως δὲν ἤ­θε­λαν μὲ τὴν καρ­διά τους τὸν ἐρ­χο­μό του; Μὰ ἀ­πό­δι­ω­ξε μὲ ἀ­πο­στρο­φὴ τὴ σκέ­ψη αὐ­τή. Ὅ­μως, για­τί δὲν τὸν πε­ρί­με­νε κα­νείς;

Ἔ­φε­ρε ἕ­να γύ­ρο τὴ μάν­τρα μὲ τὶς κλει­στὲς αὐ­λό­πορ­τες. Ἂν καὶ νύ­χτα, γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­δῶ με­γά­λω­σε, ἤ­ξε­ρε τὴν κά­θε γω­νιά. Μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ει ὁ­που­δή­πο­τε μὲ τὰ μά­τια κλει­στά. Ὁ ἐ­λα­φρὸς ἄ­νε­μος σά­λευ­ε τὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Ἔ­νι­ω­σε τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ ψύ­χρα καὶ κουμ­πώ­θη­κε. Κά­θισε λί­γο πα­ρά­με­ρα συλ­λο­γι­σμέ­νος.

Μὰ πρὶν ἀ­κό­μα προ­λά­βει γιὰ τὰ κα­λὰ νὰ τὸν τυ­λί­ξει ἡ ἀ­νη­συ­χί­α, κου­βέν­τες, θό­ρυ­βοι καὶ φῶ­τα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ δρό­μου τρά­βη­ξαν τὴν προ­σο­χή του. Μιὰ με­γά­λη πα­ρέ­α ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ κα­τευ­θυ­νό­ταν μὲ ἔκ­δη­λη τὴν εὐ­θυ­μί­α πρὸς τὸ σπί­τι. Δὲν ἄρ­γη­σε οὔ­τε στιγ­μὴ νὰ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σει. Οἱ δι­κοί του ἦ­ταν. Με­μιᾶς ἀ­δέλ­φια, γο­νεῖς, ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ὁ­λό­κλη­ρη, βρέ­θη­καν γύ­ρω του.

Ἡ μη­τέ­ρα του τὸν ἕ­σφι­ξε πρώ­τη στὴν ἀγ­κα­λιά της πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α. Ἔ­πε­σαν ὅ­λοι πά­νω του ὁρ­μη­τι­κὰ μὲ τὴ χα­ρὰ νὰ λάμ­πει στὰ πρό­σω­πά τους. Τὸν ἀγ­κά­λια­ζαν, τὸν φι­λοῦ­σαν. Τὸ σπί­τι φω­τί­στη­κε στὸ λε­πτό, ἔ­λαμ­ψε ὁ­λό­κλη­ρο. Χύ­θη­καν ὅ­λοι γε­μά­τοι ἐν­θου­σια­σμὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σουν με­γά­λη γι­ορ­τή, νὰ τὸν εὐ­χα­ρι­στή­σουν. Τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι στρώ­θη­κε σι­γὰ-σι­γά, γιὰ νὰ πα­νη­γυ­ρί­σουν τὸ με­γά­λο γε­γο­νός.

Χι­λιά­δες μνῆ­μες τὸν πλημ­μύ­ρι­ζαν κα­θὼς ἀν­τί­κρυ­ζε τὴν κά­θε ἀ­γα­πη­μέ­νη του γω­νιά. Με­τα­ξὺ ὀ­νεί­ρου καὶ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας θυ­μή­θη­κε κά­πο­τε νὰ ρω­τή­σει:

-  Μὰ ποῦ εἴ­χα­τε πά­ει; Δὲν πή­ρα­τε τὸ μή­νυ­μά μου;

-  Βε­βαί­ως καὶ τὸ πή­ρα­με! Μὰ ξε­χνᾶς τί εἶ­ναι σή­με­ρα, γι­έ μου; εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα του ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τάς τον τρυ­φε­ρὰ μὲ τὸ βλέμ­μα της.

-  Ὤ, μὰ ναί, Χρι­στού­γεν­να! ἀ­να­φώ­νη­σε σὰ νὰ ξυ­πνοῦ­σε ἀ­πὸ λή­θαρ­γο. Ὦ Θε­έ μου, τὰ ξέ­χα­σα ὅ­λα!

-  Ναί, γλυ­κέ μου! συ­νέ­χι­σε ἡ μη­τέ­ρα του. Καὶ κά­να­με ὅ,τι ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­μες κι ἐ­σύ.

Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­πο­ρη­μέ­νος.

-  Ἔ, νά! στὴ Λει­τουρ­γί­α πή­γα­με.

-  Μὰ τί σχέ­ση μπο­ρεῖ νά ’­χει ἡ Λει­τουρ­γί­α μὲ τὸν δι­κό μου γυ­ρι­σμό; Καὶ ἦ­ταν πιὸ ση­μαν­τι­κὸ αὐ­τό, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ξέ­ρα­τε ὅτι ἐρχόμουν;

-  Ἀ­πό­λυ­τα ση­μαν­τι­κό, παι­δί μου! πῆ­ρε τὸν λό­γο ὁ πα­τέ­ρας. Καὶ τό­σο ἁ­πλό, ἂν τὸ σκε­φθεῖς. Σή­με­ρα εἶ­σαι συν­δαι­τυ­μό­νας στὸ τρα­πέ­ζι μας, ἐ­πει­δὴ σκέφτηκες στὰ σο­βα­ρὰ τὴν πρό­σκλη­σή μας καὶ θέ­λη­σες νὰ ’ρ­θεῖς ξα­νὰ κον­τά μας. Ἀλ­λι­ῶς, ἂν ἤ­σουν μα­κριά, δὲ θά ’­τρω­γες, δὲ θά ’­πι­νες, δὲ θὰ χαι­ρό­σου­να μα­ζί μας. Τί θά ’­νι­ω­θες ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ἀ­γά­πης ποὺ σὲ κυ­κλώ­νει σή­με­ρα; Θὰ ἤ­σουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴ γι­ορ­τή μας. Μό­νος, κα­τά­μο­νος στῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­ρη­μιᾶς τὴν πα­γω­νιά.

-  Δὲν θά ’­θε­λα πο­τὲ νὰ ξα­να­ζή­σω κά­τι τέ­τοι­ο!

-  Ἂς πᾶ­με τώ­ρα καὶ στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Θε­οῦ. Ὑπάρχει καὶ ἐδῶ μιὰ παρόμοια ἀνοιχτὴ πρόσκληση γιὰ ὅλους μας. Μᾶς ἀ­να­ζη­τεῖ κι αὐ­τὸς ὅ­που κι ἂν πέ­σου­με, ἀ­κό­μα καὶ στὰ ἔγ­κα­τα τῆς γῆς, στὰ ὑ­πο­χθό­νια. Μᾶς ση­κώ­νει στοὺς ὤ­μους του, μᾶς ξα­να­φέρ­νει στὴ ζω­ή. Μᾶς προ­σκα­λεῖ ξα­νὰ στὸ σπί­τι, στὸ τρα­πέ­ζι του. Μᾶς κά­νει τὴν τι­μὴ νὰ γί­νου­με συν­δαι­τυ­μό­νες του. «Ἐ­λᾶ­τε», μᾶς λέ­ει. «Ὅ­λα τὰ ἔ­χω ἕ­τοι­μα. Ἔ­σφα­ξα τὰ “σι­τι­στά” μου, τὰ πιὸ κα­λο­θρεμ­μέ­να μου μο­σχά­ρια καὶ σᾶς πε­ρι­μέ­νω. Ὅ­λους μα­ζὶ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σου­με». Στὴ Λει­τουρ­γί­α πή­γα­με λοι­πόν, για­τὶ εἴ­μα­στε κα­λε­σμέ­νοι τοῦ Θε­οῦ. Νὰ φᾶμε στὸ τραπέζι του γιὰ νὰ ζήσουμε. Πῶς θὰ γευ­τοῦ­με ὅμως τὸ θε­ϊ­κὸ αὐ­τὸ με­νού, ἂν δὲ θε­λή­σου­με νὰ πᾶ­με ὣς ἐ­κεῖ; Θὰ φᾶ­νε μό­νο καὶ θὰ γι­ορ­τά­σουν ὅ­σοι πα­ρα­κα­θί­σουν, καὶ μά­λι­στα ἀ­δελ­φω­μέ­νοι, στὸ τρα­πέ­ζι του.

-  Ὅ­μως για­τί νὰ μὴν ἐ­πι­δι­ώ­ξω κά­τι δι­κό μου, ἀ­το­μι­κό, μὲ τὸν Θε­ό; Μιὰ σχέ­ση ὅ­πως ἐ­γὼ τὴ νι­ώ­θω καὶ ὅ­πως ἐ­γὼ τὴν ἐν­νο­ῶ;

-  Μὰ ὁ Θε­ὸς ἔ­χει πολ­λοὺς στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, εἶ­ναι πα­τέ­ρας, μᾶς θέ­λει ὅ­λους γύ­ρω του. Μό­νος ἐ­σὺ για­τί, καὶ ὄ­χι μὲ τοὺς ἄλ­λους; Ἀρ­κεῖ, θαρ­ρεῖς, αὐ­τό; Ἂν εἶ­σαι χω­ρι­σμέ­νος ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους, δὲν θά ΄σαι οὔ­τε καὶ μὲ τὸν Θε­ὸ πο­τέ. Ἀ­πὸ τὴ μό­νω­ση αὐ­τὴ πα­σχί­ζει νὰ μᾶς βγά­λει ὁ Θε­ός. Καὶ τὸν Θε­ὸ δὲν θὰ τὸν βροῦ­με λέ­γον­τας κου­βέν­τες μό­νο εὔ­κο­λες γι’ αὐ­τόν, ποὺ δὲν κο­στί­ζουν τί­πο­τε, ἀλ­λὰ μο­νά­χα ἂν ζη­τή­σου­με εἰ­λι­κρι­νὰ νὰ γί­νου­με ὁ­μο­τρά­πε­ζοι, συν­δαι­τυ­μό­νες του, πα­ρόν­τες ὅ­λοι ἑ­νω­μέ­νοι ἐ­κεῖ ποὺ μᾶς κα­λεῖ, στὸ θε­ϊ­κὸ τρα­πέ­ζι του. Αὐ­τὰ τὰ δυὸ δι­α­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους ὅ­σο ἡ μέ­ρα ἀ­πὸ τὴ νύ­χτα. Τί νὰ τὰ κά­νει ὁ πει­να­σμέ­νος τὰ λό­για καὶ τὶς θε­ω­ρί­ες, ἂν δὲν εἶ­ναι προ­σω­πι­κὰ πα­ρὼν ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι ἡ τρο­φὴ καὶ τὸ νε­ρό; Δὲν ὑ­πάρ­χει ὑ­πο­κα­τά­στα­το γι’ αὐ­τό. Θὰ ζή­σου­με μο­νά­χα, ἂν τρῶ­με καὶ πί­νου­με ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Θε­οῦ. Ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὸ λι­μο­κτο­νοῦ­με. Πεθαίνουμε. Ζή­τη­μα ζω­ῆς ἢ θα­νά­του δη­λα­δή. Ἁ­πλό, μὰ τό­σο ση­μαν­τι­κό!

-  Καὶ ποι­ὸ εἴ­πα­με πὼς εἶ­ναι τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Θε­οῦ;

-  Γιὰ ὅ­σο ζοῦ­με ἐ­δῶ στὴ γῆ, εἶ­ναι ὁ Δεῖ­πνος του ὁ Μυ­στι­κός, τὸ Σῶ­μα καὶ τὸ Αἷ­μα τοῦ Υἱ­οῦ του, ἡ Λει­τουρ­γί­α του. Αὐ­τὴ ποὺ φέρ­νει ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα ἀ­νά­με­σά μας προ­κα­τα­βο­λι­κὰ τὴ μέλ­λου­σα ζω­ὴ τῆς Βα­σι­λεί­ας του. Ἐ­κεῖ μο­νά­χα ὑ­πάρ­χει ἡ ἀ­θά­να­τη τρο­φή, «βρῶ­σις καὶ πό­σις ἀ­λη­θῶς». Γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ἐ­κεῖ, μὲ ὅ­λους τοὺς οἰ­κεί­ους του, πη­γαί­νου­με κι ἐ­μεῖς, στὴ Λει­τουρ­γί­α, στὸ τρα­πέ­ζι του, νὰ φᾶ­με γιὰ νὰ ζή­σου­με. Ὅ­πως κι ἐ­σὺ ἦρ­θες σὲ μᾶς, γιὰ νά ’­σαι στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ στὴ χα­ρά μας σή­με­ρα, νὰ ζήσεις, ἀν­τὶ ν’ ἀρ­γο­πε­θαί­νεις στὴ θα­να­τε­ρή σου μο­να­ξιά.

-  Δὲν τό ’­χα σκε­φθεῖ πο­τὲ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ψι­θύ­ρι­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος ὁ γιός.

-  Μα­κά­ρι, ὅ­πως σή­με­ρα ἐ­δῶ, ἔ­τσι παν­το­τι­νὰ νὰ τρῶ­με καὶ νὰ πί­νου­με καὶ στὴν οὐ­ρά­νια Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ! φώ­να­ξε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α τῶν συν­δαι­τυ­μό­νων.

-  Ἀ­μήν! ἀ­πάν­τη­σαν μὲ μιὰ φω­νὴ ὑ­ψώ­νον­τας γε­μά­τα τὰ πο­τή­ρια ὅ­λοι τους.

…Καὶ τότε φωτεινὴ τρεμόπαιξε στὰ μάτια τους μιὰ ἀ­χτί­να μυ­στι­κὴ καὶ ἀν­τι­φέγ­γι­σε στὰ πρό­σω­πά τους, …σὰ νὰ ξε­γλί­στρη­σε ἀ­π’ τὸ θε­ϊ­κὸ καὶ πα­νευ­φρό­συ­νο τρα­πέ­ζι τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, …λὲς κι εἶ­χαν γί­νει ἀ­πὸ τώ­ρα κι­ό­λας θεῖ­οι συν­δαι­τυ­μό­νες… στὸν Πα­ρά­δει­σο.

Κι ὅ­λα γύ­ρω τους… σὰ νὰ βου­τή­χτη­καν σὲ ἀλ­λό­κο­σμη, …ἀ­νε­ξή­γη­τη ὀ­μορ­φιά…

Χριστούγεννα 2010

 

 

 

 

 

 

 

Διαδίδω τὴν «Ἀντιύλη»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails

 

Χριστούγεννα 2010

 

 

 

 

 

 

 

Διαδίδω τὴν «Ἀντιύλη»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails

 

Σχόλια - Facebook Comments