WWW.TASTV.GR

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ: ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΕΓΙΝΑ Ο ΙΔΙΟΣ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΖΗΣΩ ΑΛΛΙΩΣ*...

Οι ρητές ή υπαινικτικές αναφορές σε φίλους, οι αφιερώσεις που πληθαίνουν όσο περνά ο καιρός,

αλλά και μια βαθιά εκφρασμένη έγνοια για τους λησμονημένους, ομότεχνους ή ομοϊδεάτες, αποτελούν τον στέρεο καμβά του έργου του. Σε μια ενότητα ανθρώπου και φύσης μέσα στην Ιστορία, μια κόκκινη μνημόσυνη κλωστή κεντάει το φευγαλέο πέρασμα των αγαπημένων ίσκιων

Των Μιχάλη Γ. Μπακογιάννη - Ιωάννα Ναούμ*

 

 

Το εγώ τίποτε δεν είναι·

υπάρχουμε μόνο όταν υπάρχουν μαζί μας

ο ένας, ο άλλος, ο παρέκει, ο μακρινός.

Τότε μόνον υπάρχουμε.

(Σαν κάτι κινδυνεύει όταν μονοδιάστατες χορδές

κρούουν το Σύμπαν).

Μαύρο Δάσος ΙΙ, σ. 316

Σαν όλα να έπρεπε να κάνουν τον τελετουργικό τους κύκλο, όπως στη φύση, την οποία τόσο σεβάστηκε στο έργο και στον βίο του ο Μέσκος, σαν να έπρεπε να κλείσει το ποίημα της ζωής ακριβώς εκεί από όπου ξεκίνησε:

Τιποτένιοι ανάμεσα στις ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, το παρόν και την αστρική σκόνη. Γιατί πάντοτε / κάποιος θάνατος μας προλαβαίνει έγραφε στην «Υποκειμενική αναφορά» με την οποία σύστηνε το Μαύρο Δάσος (1981= Μαύρος Δάσος Ι), την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του και ταυτόχρονα την περιοχή της ποίησής του, που υπήρξε εξαρχής και εξακολουθητικά κηδεία για τους μόνους και καταφρονεμένους, μνημόσυνο για τους λησμονημένους, αντίδωρο για τους φίλους.

Στις 3 Ιανουαρίου κάμποσοι φίλοι (και πόσοι ακόμη νοερά), σε αθόρυβη πομπή, ανηφορίσαμε το χιονισμένο μονοπάτι από το Γραμματίκοβο στο μικρό νεκροταφείο του χωριού· μπροστά ο Μάρκος. Καθένας μας βυθισμένος σε συλλογισμούς, σε αποχαιρετιστήριους διαλόγους, σε στίχους δικούς του που είχαν προλάβει να εκφράσουν τη σκέψη και το αίσθημά μας.

Εμείς δεν μπορούσαμε να το διακρίνουμε, αν όμως μας έβλεπε κανείς από ψηλά, καθώς το χιονισμένο τοπίο έσμιγε με τον γαλατένιο ορίζοντα, μοιάζαμε μια κινούμενη γραμμή στην κόψη των δυο κόσμων, σαν ένα σμήνος σταχτιά πουλιά, όπως αυτά που έβρισκαν καταφύγιο στην ποίηση του Μέσκου· μοιάζαμε σαν κομμάτι του ύστατου ποιήματος στο οποίο ο ίδιος στοργικά μας περιέκλεισε: Το ποίημα τελείωσε: Μάταιος λόγος, επικήδειος, οδυνηρός (Μαύρο Δάσος ΙΙ, σ. 382).

Μια ενότητα ανθρώπου και φύσης

Για τον Μέσκο, εξάλλου, η ποίηση, μέσα στη λυρική της ενικότητα, ήταν πάντοτε και αυτονόητα πληθυντική: ένας συντροφικός χαιρετισμός, η απόδοση ενός χρέους, η εγκατάσταση στη μνήμη όσων βρέθηκαν από την ανάποδη όψη της Ιστορίας.

Οι ρητές ή υπαινικτικές αναφορές σε φίλους, οι αφιερώσεις που πληθαίνουν όσο περνά ο καιρός, αλλά και μια βαθιά εκφρασμένη έγνοια για τους λησμονημένους, ομότεχνους ή ομοϊδεάτες αποτελούν τον στέρεο καμβά του έργου του. Σε μια ενότητα ανθρώπου και φύσης μέσα στην Ιστορία, μια κόκκινη μνημόσυνη κλωστή κεντάει το φευγαλέο πέρασμα των αγαπημένων ίσκιων.

Όσο ζούσε ο Μέσκος επιζητούσε την παρέα φίλων·στην ποίησή του κατάφερε να δημιουργήσει ένα τέτοιο δίκτυο, το οποίο συνέχεται από τη συντροφικότητα και τα κοινά οράματα: Είμαστε όλοι ένας χορός όσοι απομείναμε κι όσοι νεκροί (Μαύρο Δάσος ΙΙ, σ. 239).

Τραυματισμένη από το βίωμα της «κομμένης γλώσσας», από τις παρενέργειες των «δύσκολων καιρών» και από τα ήθη στα μετεμφυλιακά και μεταπολιτευτικά χρόνια, η ποιητική φωνή δεν έχασε το σθένος της και κατασκεύασε νησίδες αντιστάθμισης, όπως η συνομιλία με κοινότητες φίλων και ομοτέχνων.

Είτε ως ζώντες είτε ως νεκρούς, υποδέχτηκε και εγκατέστησε στο σύμπαν της τις φίλιες μορφές με ποικίλους τρόπους: από τη μνεία μέχρι και τη μεταμόρφωσή τους σε ήρωες που απαντώνται στα όνειρα και στη ζωή του ποιητή, για να ισχυροποιήσουν τους δεσμούς αγάπης μαζί του: [...] και μπρος / και πίσω νεκροί - νεκροί που αγαπήσαμε ή / θ’ αγαπήσουμε ξανά / με τα κλωνιά και τ’ άγριο χόρτο(Μαύρο Δάσος Ι, σ. 86).

Η συνομιλία του Μέσκου με τις κοινότητες αυτές υπήρξε αδιάπτωτη, αλλά με εναλλασσόμενη τονικότητα. Συχνά έχει τα χαρακτηριστικά μιας ελεγείας, όπως στο ποίημα για τον Χάρη Τάλλαρο (τον γνώριμο «Χάρη» του Αναγνωστάκη), η φωνή του οποίου, σαν κύμβαλο αλαλάζον, στο απέραντο τίποτε / αμετάπειστα κρώζει (Μαύρο Δάσος ΙΙ, σ. 44).

Άλλοτε επενεργεί παρηγορητικά, καθώς αρθρώνεται ένας λόγος παραμυθίας και προφορικότητας, φτιαγμένος από τα γλωσσικά ριζώματα: Όταν μαυρίζω / έρχεται στον ύπνο μου αγαθός πελώριος γαλανομάτης [ο θείος Ευθύμης] με πιάνει από το χέρι και με πάει στον Λόγκο ονοματίζοντάς μου τα πουλιά και τις πηγές με την παλιά λησμονημένη τους γλώσσα (Τα λύτρα, σ. 34).

Κι άλλοτε γίνεται δίαυλος επικοινωνίας με τους ομότεχνους, για να υφανθεί ένα ιστός με τον οποίο ο Μέσκος αναγνωρίζει οφειλές, ανασύρει ξεχασμένες φωνές, όπως του Γρηγορίου Σταυρίδη, του Όμηρου Πέλλα, του Θανάση Πάσχου, και μοιράζεται την αγωνία του για την ποιητική τέχνη.

Μια ποιητική πατρίδα

Χωρίς να χάνει την πίστη του στην ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, ο ποιητής επινοεί τόπους και τρόπους για να συντηρήσει αναλλοίωτο αυτό που κράτησεν / η νιότη μας / στο φευγαλέο/ άνθισμά της(Φιλητάς, Η αποσύνθεση της γαλήνης).

Βρίσκει τη λύτρωση σε μια ποιητική πατρίδα, στα ρουμάνια του «χαμένου παραδείσου» της νεότητας και στη σύναψη σχέσεων συντροφικότητας και αλληλεγγύης με τις σκιές από τον λειμώνα του Άδη, εκείνες που [σ]το ξέφωτο τ[ι]ς ρήμαξαν / [...] / τ[ι]ς πυροβόλησαν στο κεφάλι (Τα λύτρα, σ. 23), αλλά και με τη χορεία φίλων και συγγενικών φωνών που συνοδεύουν τον ποιητή μέχρι το τέλος: Εδώ με θάψανε όχι μονάχον. / Μαζί κι αυτοί που χάθηκαν προτού πεθάνω· / κι αυτοί που αγάπησα και ζωντανοί είναι ακόμα (Μαύρο Δάσος II, σ. 201).

Για τον Μέσκο, άλλωστε, πατρίδα είναι εκεί όπου κάθε άνθρωπος στη γλώσσα του κλαίει (Όνειρα στον Άδη, σ. 13) και ο Άδης πατρίδα των ονείρων, εκεί όπου σμίγουν ξανά οι φίλοι και οι γλώσσες. Το ποίημα τελείωσε: Ώρα που λες «αγάπη μου» σε όλον τον κόσμο(Μαύρο δάσος II, σ. 382).

Καλή πατρίδα, αγαπημένε φίλε Μάρκο.

 

* Ο Μιχάλης Μπακογιάννης είναι επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ. Η Ιωάννα Ναούμ είναι επίκουρη καθηγήτρια Γενικής & Συγκριτικής Γραμματολογίας ΑΠΘ.

 

** Η φράση αντλείται από συνέντευξη του Μέσκου στην Πόλυ Κρημνιώτη (Η Αυγή, 6.10.2013) και περιγράφει την ισόβια δέσμευση της γραφής του απέναντι στους «δικούς [του] ανθρώπους»

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments