
Ο ΈΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑΓΆΤΟΡΟΣ
Παρασκευή, 18 Ιούλη, 2014 - 19:41
Ορελάνδου του τροβαδούρου
«Ο έρως του αλλαγάτορος»
Ο Καρτερός κι ο Ανεμάς κι ο μικροΝικηφόρος
Μέθυσαν και ξημέρωσαν στου Λέχρα την ταβέρνα
Ξεπροβοδίζοντας στραβά τον αλλαγάτορά τους
Που βίτσισε τον μαύρο του την τζόστρα να προλάβει.
Φορουσε λινομέταξη τουνίκα με ταις ρίγες
Τα συρματένια γυαλιζαν και το λωρίκι ωσαύτως
Ο δούλος του με ονικό κουβάλαγε τσουμπλέκια
Που ταίριαζαν συναρμοστά στο είδος της αμάχης
Μόνο λειρί που τούλειπε, μια χασεδένια μάππα,
Καρτέραγε η κυράτζα του να δέσει στο κοντάρι
Σημείο μέγα και τρανό πως ήτον αρρεβώνας
Κι άμα νικούσε στον καβγά, εκείνην θα φιλούσε.
Πλην φτάνοντας στο γήπεδο και στην βαριάν εξέδρα
Βλέπει την Τζούτζα την γλυκειά ,την ποθητήν μορόζαν
Να σφιχτοδένει τον χασέν σε σούβλαν αλανιάρη
Και κουρελή και θρασιμιού ,ξυπόλητου ζαβάτου
Τού΄ρθε να ρίξει μιά σπαθιά, να κόψει τον αζάπη
Κομμάτια εκατοντέσσερα σαν τουζλαμά σε πάγκο
Πλην οι μαγνάτοι της Φραγκιάς, πεζούς δεν προκαλούνε
Καθ ΄α διδάσκουν οι γραφές, της τζόστρας οι Ασσίζες.
Ο ρήγας τον συμπόνεσε , του νεύει να κοντέψει
Κι εκείνος τον προσκύνησε με λοξυγκα δακρύων.
«Μπορείς αν θέλεις τον ζαβό να τονε μαρινάρεις
Σε δράκοντος εμέσματα και να τον ψήσεις ζώντα»
Πλην ο ιππότης κοίταξε με πόνον την καλήν του
και κούρβαν αγαπητικήν που έλαμπε ως σελήνη
Κλαίων ζητά οχ τον ρήγα του συγχώρεση δι εκείνην
Και ευθύνει την πορείαν του στα μέρη της Μοσούλης
«Ευθύς θα πάω να σκοτωθώ σε αλώνι ματωμένο
Κι αφήνω την αγάπην μου στον σουβλατζήν να γείρει
Ίνα γνωρίσει απόγνωσιν, όταν καούν οι πόθοι
Κι ευθύς το χασεδάκι της για μένα θα κρατήσει»
Κατηγορία:

Σχόλια - Facebook Comments