....

ΟΤΑΝ Ο ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΣ ΣΤΙΣ ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΛΕΓΚΤΗΣ

ΑΚΚΕΛ: Όταν ο ελεγχόμενος στις υποκλοπές γίνεται ελεγκτής

 

Η απόφαση να παραμείνει στο αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι απλώς μια ακόμη σκοτεινή σελίδα στη δημόσια ζωή. Είναι η στιγμή που η Δικαιοσύνη κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζει πια το πρόσωπό της. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια τυπική εισαγγελική κρίση. Έχουμε να κάνουμε με κάτι βαθύτερο, πιο επικίνδυνο και πιο προσβλητικό για το κράτος δικαίου: ο άνθρωπος που υπέγραφε συνακροάσεις της ΕΥΠ, ο άνθρωπος που είχε θεσμική εμπλοκή στο σύστημα παρακολουθήσεων, κλήθηκε να αποφασίσει αν η υπόθεση πρέπει να ξανανοίξει. Και αποφάσισε ότι δεν πρέπει.

Σε οποιοδήποτε σοβαρό νομικό σύστημα, αυτό θα ήταν αδιανόητο. Η αρχή της αμεροληψίας δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι θεμέλιο. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει ρητά ότι ο εισαγγελέας οφείλει να απέχει όταν έχει προηγούμενη εμπλοκή στην υπόθεση, όταν έχει λάβει αποφάσεις σχετικές με το αντικείμενο ή όταν μπορεί να δημιουργηθεί η παραμικρή υπόνοια μεροληψίας. Εδώ δεν μιλάμε για υπόνοια. Μιλάμε για ευθεία σύγκρουση ρόλων. Ο εποπτεύων της ΕΥΠ, ο υπογράφων παρακολουθήσεις, ο μάρτυρας σε κοινοβουλευτική διαδικασία για το ίδιο θέμα, εμφανίζεται ξαφνικά ως ο τελικός κριτής της υπόθεσης.

 

Αν αυτό δεν είναι κώλυμα, τότε η λέξη έχει χάσει το νόημά της.

 

Το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν νέα στοιχεία» μοιάζει περισσότερο με θεσμικό καπνό παρά με νομική κρίση. Πώς μπορεί να κρίνει την ύπαρξη ή μη νέων στοιχείων κάποιος που έχει προσωπική και υπηρεσιακή εμπλοκή στο ίδιο σύστημα που ερευνάται; Πώς μπορεί να θεωρηθεί αμερόληπτος όταν η απόφασή του επηρεάζει άμεσα την αξιολόγηση πράξεων στις οποίες ο ίδιος είχε συμμετοχή; Η απάντηση είναι απλή: δεν μπορεί. Και το γεγονός ότι τού επιτράπηκε να το κάνει, δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απόφαση, αλλά το ίδιο το πλαίσιο που την επέτρεψε.

Η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά από τη διαδικασία. Και εδώ η διαδικασία βρωμάει. Όταν ο ελεγχόμενος γίνεται ελεγκτής, όταν ο μάρτυρας γίνεται δικαστής, όταν ο εποπτεύων μιας υπηρεσίας καλείται να αποφασίσει αν η υπηρεσία του πρέπει να ερευνηθεί ξανά, τότε δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για αυτοπροστατευόμενο μηχανισμό. Μιλάμε για μια θεσμική κατασκευή που έχει μάθει να κλείνει τις πόρτες της προς τα μέσα και να αφήνει τους πολίτες απ' έξω.

Η κοινωνία δεν ζητάει εκδίκηση. Ζητάει διαφάνεια. Ζητάει να ξέρει ότι όταν παραβιάζονται δικαιώματα, όταν παρακολουθούνται πολίτες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, στρατιωτικοί, δεν θα είναι οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι που θα αποφασίζουν αν πρέπει να διερευνηθούν. Ζητάει το αυτονόητο: ότι η Δικαιοσύνη δεν θα λειτουργεί σαν κλειστό κλαμπ.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας. Και η απόφαση αυτή δεν κλείνει την υπόθεση. Κλείνει το μάτι σε ένα σύστημα που έχει μάθει να λειτουργεί στο σκοτάδι. Όμως το σκοτάδι δεν είναι φυσική κατάσταση. Είναι επιλογή. Και κάποια στιγμή, οι επιλογές αυτές θα κριθούν.

Αν η Δικαιοσύνη θέλει να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, πρέπει να ξεκινήσει από το αυτονόητο: κανένας εμπλεκόμενος δεν αποφασίζει για την υπόθεση στην οποία εμπλέκεται. Κανένας. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, η κρίση δεν είναι νομική. Είναι θεσμική. Και είναι βαθιά.

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments