
ΤΑ €1,4 ΔΙΣ. ΤΗΣ ΔΕΘ: ΠΟΣΑ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
Ακρίβεια, στέγη, ενέργεια, φορολογία και συσσωρευμένα χρέη πίσω από το νέο κυβερνητικό πακέτο
Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να παρουσιάσει στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ένα νέο πακέτο μέτρων που, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα πληροφορίες, υπολογίζεται περίπου στα €1,4 δισ.και θα αφορά κυρίως το 2027. Στο τραπέζι βρίσκονται φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλαγές για ελεύθερους επαγγελματίες, οικογένειες και επιχειρήσεις, παρεμβάσεις για τη στέγη και ενδεχομένως νέα μέτρα απέναντι στο ενεργειακό κόστος.
Το ποσό ακούγεται μεγάλο. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσο κοστίζει το «καλάθι» της ΔΕΘ στο κράτος.
Είναι πόσα από αυτά τα χρήματα θα φτάσουν τελικά στην τσέπη του πολίτη — και πόσα θα απορροφηθούν σχεδόν αμέσως από την ακρίβεια, τη στέγη, την ενέργεια, τους φόρους και τα συσσωρευμένα χρέη.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να ξεκινά από πολύ χαμηλότερη βάση
Η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, το κατά κεφαλήν ελληνικό ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρισκόταν το 2025 μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ένωση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το διαθέσιμο εισόδημα. Τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2024 το διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα, προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη, ήταν μόλις 12.436 PPS, έναντι 21.253 PPS στην ΕΕ. Δηλαδή περίπου 42% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό έχει σημασία για τη συζήτηση της ΔΕΘ. Μια φορολογική ελάφρυνση €300 ή €500 τον χρόνο έχει διαφορετική πραγματική αξία σε ένα νοικοκυριό που έχει ήδη σημαντικό περιθώριο αποταμίευσης και διαφορετική σε ένα νοικοκυριό που κάθε μήνα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα, σούπερ μάρκετ και δόσεις.
Το μεγάλο ελληνικό πρόβλημα λέγεται στέγη
Το 2024 το μέσο ευρωπαϊκό νοικοκυριό διέθετε περίπου 19%του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 36% — το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και στις πόλεις, το 29% του πληθυσμού βρισκόταν σε κατάσταση housing cost overburden, δηλαδή δαπανούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για κατοικία.
Πριν ο εργαζόμενος δει τη φορολογική ελάφρυνση της ΔΕΘ, ένα πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματός του έχει ήδη δεσμευθεί για να διατηρήσει μια στέγη πάνω από το κεφάλι του. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη λογιστική αύξηση του εισοδήματος και στην πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Και μετά έρχεται η ενέργεια
Η ενεργειακή πίεση επιστρέφει επίσης στο προσκήνιο. Τον Ιούλιο ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφτασε το 10%, ενώ ο συνολικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9%. Στην Ελλάδα ο εναρμονισμένος πληθωρισμός υποχώρησε μεν στο 2,7%, όμως η προηγούμενη περίοδος υψηλών τιμών έχει ήδη ενσωματωθεί στο επίπεδο των τιμών που πληρώνουν τα νοικοκυριά.
Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο η ονομαστική τιμή της κιλοβατώρας. Όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας προσαρμοστούν στην πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών, η εικόνα αλλάζει. Στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 η Ελλάδα βρισκόταν στις 29,26 μονάδες PPS ανά 100 kWh, έναντι 23,52 στη Γαλλία, 21,82 στην Ολλανδία και 18,77 στη Φινλανδία.
Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία μόνο πόσο κοστίζει το ρεύμα. Σημασία έχει πόσο βαριά πέφτει ο λογαριασμός πάνω στον μισθό.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο: 43 στους 100 έχουν κάποια καθυστέρηση
Το 2024 το 43% των ανθρώπων στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριό με καθυστέρηση σε στεγαστικό δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 9%.
Η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δεύτερη Βουλγαρία βρισκόταν στο 19% και η Ρουμανία στο 15%. Στην ΕΕ το ποσοστό μειώθηκε από 12% το 2010 σε 9% το 2024. Στην Ελλάδα πήγε προς την αντίθετη κατεύθυνση: από 31% σε 43%.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο καμπανάκι που πρέπει να ακουστεί πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για παροχές στη ΔΕΘ.
Τα χρέη δεν εξαφανίζονται επειδή βελτιώνονται οι μακροοικονομικοί δείκτες
Μόνο τα χρέη που έχουν μεταφερθεί στο ΚΕΑΟ ξεπέρασαν στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 τα €52,4 δισ., αυξημένα κατά €639 εκατ. μέσα σε ένα τρίμηνο και κατά €2,13 δισ. σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει €79,6 δισ.δάνεια υπό διαχείριση από servicers στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026. Από αυτά, περίπου €41,7 δισ. αφορούσαν ιδιώτες, μεταξύ των οποίων €25,1 δισ. στεγαστικά και €16,2 δισ. καταναλωτικά δάνεια.
Βεβαίως, αυτά τα μεγέθη δεν πρέπει να αθροίζονται μηχανικά, καθώς αφορούν διαφορετικές κατηγορίες και scopes χρέους. Δείχνουν, όμως, ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζει καλύτερους δημοσιονομικούς δείκτες, ενώ ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να κουβαλά το απόθεμα των προηγούμενων κρίσεων.
Ακόμη και το Δημόσιο είχε στο τέλος Ιουνίου περίπου €3,55 δισ. ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και εκκρεμείς επιστροφές φόρων προς ιδιώτες.
Υψηλότερη επιβάρυνση της εργασίας από τον μέσο όρο
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το φορολογικό βάρος στην εργασία για έναν μέσο άγαμο εργαζόμενο στην Ελλάδα ήταν 39,3% το 2024, έναντι μέσου όρου ΟΟΣΑ 34,9%. Για μια οικογένεια με έναν εργαζόμενο και δύο παιδιά, η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη: 37,3% στην Ελλάδα έναντι 25,7% στον ΟΟΣΑ.
Άρα η φορολογική ελάφρυνση της εργασίας έχει πράγματι οικονομικό νόημα. Το ερώτημα είναι σε ποιους θα κατευθυνθεί και πόσο αισθητή θα είναι.
Μια οριζόντια μείωση φόρου που δίνει περισσότερα ευρώ στα υψηλότερα εισοδήματα μπορεί να κοστίζει πολύ στον προϋπολογισμό αλλά να έχει περιορισμένη επίδραση στην κατανάλωση και στην κοινωνική πίεση. Αντίθετα, μια στοχευμένη παρέμβαση στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, στις οικογένειες με παιδιά και στο κόστος στέγασης μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερο αποτέλεσμα ανά ευρώ δημοσιονομικού κόστους.
Τι κάνουν διαφορετικά άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένα ευρωπαϊκό μοντέλο που μπορούμε απλώς να αντιγράψουμε. Δείχνει, όμως, πού βρίσκεται η ελληνική απόκλιση.
Στη Γερμανία το φορολογικό βάρος της εργασίας είναι υψηλότερο από το ελληνικό, αλλά η πραγματική ατομική κατανάλωση βρίσκεται περίπου 20% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στη Γαλλία το ηλεκτρικό ρεύμα, προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη, κόστιζε 23,52 PPS/100 kWh έναντι 29,26στην Ελλάδα. Στη Φινλανδία μόλις 18,77.
Και στο στεγαστικό, ενώ ο μέσος Ευρωπαίος διαθέτει 19% του εισοδήματός του για κατοικία, ο Έλληνας διαθέτει 36%. Επομένως η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα ακόμη «πακέτο». Χρειάζεται πολιτική που να αντιμετωπίζει το πραγματικό κόστος ζωής σε σχέση με το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Τα €1,4 δισ. είναι πολλά ή λίγα;
Η απάντηση είναι: εξαρτάται. Εάν κατανεμηθούν σε δεκάδες μικρές παροχές και φορολογικές διορθώσεις, το ποσό μπορεί να ακούγεται εντυπωσιακό στην ανακοίνωση αλλά να καταλήξει σε μερικές δεκάδες ευρώ τον μήνα για κάθε νοικοκυριό.
Εάν, αντίθετα, χρησιμοποιηθεί στοχευμένα για μόνιμη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας, οικογένειες με παιδιά, ενεργειακό κόστος, στέγαση και πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, μπορεί να έχει μεγαλύτερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Το «€1,4 δισ.» δεν είναι ακόμη οριστικό. Τα ρεπορτάζ το παρουσιάζουν ως βασικό σενάριο, ενώ άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν το συνολικό πακέτο ακόμη και στα €1,8–2 δισ., εφόσον συνυπολογιστούν ενεργειακές επενδύσεις. Επίσης, από την υπέρβαση €1,35 δισ. έναντι στόχου στο επτάμηνο, μετά τις χρονικές μετατοπίσεις και άλλους ειδικούς παράγοντες, το «καθαρό» περιθώριο υπολογίζεται περίπου στα €302 εκατ.
Γι’ αυτό και η πραγματική αξιολόγηση της ΔΕΘ δεν πρέπει να γίνει με βάση το μέγεθος του «καλαθιού». Πρέπει να γίνει με πέντε πολύ απλές ερωτήσεις:
• Πόσα ευρώ θα κερδίσει καθαρά ένα νοικοκυριό;
• Πόσα θα χάσει από την ακρίβεια;
• Πόσα θα πληρώσει για στέγη και ενέργεια;
• Πόσο από το εισόδημά του θα συνεχίσει να κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση παλιών και νέων χρεών;
• Και, τελικά, θα του μένουν περισσότερα χρήματα στο τέλος του μήνα;
Γιατί η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται από το πόσα δισεκατομμύρια ανακοινώνονται στη Θεσσαλονίκη. Κρίνεται από κάτι πολύ πιο απλό: αν στις 30 του μήνα ο πολίτης έχει περισσότερα ή λιγότερα χρήματα στην τσέπη του.
Πηγές και βάσεις δεδομένων
• Eurostat — κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS, διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα, κόστος στέγασης και καθυστερήσεις νοικοκυριών.
• Eurostat — τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακούς καταναλωτές σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.
• ΟΟΣΑ, Taxing Wages — φορολογική επιβάρυνση εργασίας ανά τύπο νοικοκυριού.
• ΚΕΑΟ — τριμηνιαία έκθεση προόδου, Β΄ τρίμηνο 2026.
• Τράπεζα της Ελλάδος — δάνεια υπό διαχείριση από εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, Α΄ τρίμηνο 2026.
• Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών — στοιχεία ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων και εκτέλεσης κρατικού προϋπολογισμού.

Σχόλια - Facebook Comments